Μήνυμα εβδομάδας

25-10-2020
Αγίου Δημητρίου

Η Εκκλησία, ώσπου να φανεί ποια είναι, όταν «ο Χριστός φανερωθεί» είναι παρεμβολή, αγωνιστική παράταξη και στρατός τροπαιοφόρων. Όλοι οι χριστιανοί είναι στρατιώτες και μαχητές, αλλά ξεχωριστά η Εκκλησία έχει να επιδείξει μεταξύ των αγίων της ολόκληρη παράταξη από μεγάλους αξιωματικούς. Και στα πρώτα τριακόσια χρόνια των μεγάλων διωγμών και έπειτα στη διαδρομή των αιώνων και μέχρι σήμερα, μια μεγάλη φάλαγγα είναι οι στρατιωτικοί και αξιωματικοί άγιοι. Στη μνήμη και τη συνείδηση της Εκκλησίας οι στρατιωτικοί άγιοι και μάρτυρες είναι οι υπερασπιστές και οι φρουροί των ιερών τόπων της πίστεως. Για τους τάφους και τα μαρτύρια των μαρτύρων αγίων της Καππαδοκίας ο άγιος Γρηγόριος ο επίσκοπος Νύσσης λέγει πως είναι ιερές επάλξεις που φυλάγουν τη γη της Καππαδοκίας. 

Μεταξύ των μεγάλων μαρτύρων της πίστεως, δικός μας άγιος, είναι ο Μακεδόνας και Θεσσαλονικέας μεγαλομάρτυρας Δημήτριος. Αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού, νέος, αριστοκρατικός και γενναίος άγιος Δημήτριος έδωκε τη μαρτυρία Ιησού Χριστού σ´έναν καιρό, που ο αρχαίος κόσμος είχε αρχίσει να γονατίζει στην ειρηνική δύναμη του Ευαγγελίου. Η νέα πίστη έχει αρχίσει να μπαίνει στη διοίκηση και στο στρατό του Ρωμαϊκού κράτους και σε λίγα χρόνια θα ανεβεί στον αυτοκρατορικό θρόνο. Οι ειδωλολατρικοί όχλοι κρατιούνται φωνάζοντας συνθήματα για άρτον και θεάματα, και μένουν ικανοποιημένοι παρακολουθώντας στον ιππόδρομο λαϊκούς παλαιστές και υβριστές σαν τον Λυαίο ή τα θηρία να κατασπαράζουν τους χριστιανούς. Είναι το κατάντημα του λαού, όταν φθαρεί και γίνει όχλος, τότε που η ελευθερία και πρόοδος είναι η ασυδοσία και πολιτισμός η ασέβεια. 

Ο άγιος Δημήτριος δεν είναι μόνον ο ενισχυτής του Νέστορα, που έδειξε σε μια στιγμή ότι δυνατή είναι η πίστη στο Θεό και όχι η ανθρώπινη βλασφημία, είναι και ο παντοτεινός υπέρμαχος της πίστεως, ο στρατιώτης της Εκκλησίας και ο φρουρός και φύλακας της ελληνικότατης πόλεως της Θεσσαλονίκης. Όλοι οι Μακεδόνες με πραγματική ελληνική ορθόδοξη καύχηση, αισθανόμαστε τον άγιο Δημήτριο δικό μας άγιο, χωρίς να πιστεύουμε ότι Εκκλησία είμαστε μόνο εμείς και ότι οι Άγιοι είναι μόνο δικοί μας. Αλλά και χωρίς να νομίζουμε ότι εμείς είμαστε πάντα άξιοι τέτοιας τιμής. Τόσο περισσότερο έχουμε το δικαίωμα να θεωρούμε τους εαυτούς μας οικείους του Θεού και συμπολίτες των αγίων, όσο πιο πιστά είμαστε συνεπείς στη χριστιανική μας κλήση και μένομε δεμένοι στην μητέρα μας Εκκλησία. Αλλά, χωρίς να το καταλαβαίνουμε και να το θέλουμε, υπάρχει φόβος μήπως στον καιρό μας ξαναγυρίζουμε στην ειδωλολατρεία και μόνο σε κάποιες στιγμές δείχνουμε πως είμαστε χριστιανοί. 

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, τόμος Α΄, ομιλίες στις ακίνητες εορτές της Εκκλησίας, Επισκόπου Διονυσίου Ψαριανού(+) Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης (σύνδεσμος μηνύματος)

18-10-2020
Κυριακή Του αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά

Ας αρκεσθούμε στην παράδοση του Συναξαρίου και στις ρητές μαρτυρίες του Αποστόλου Παύλου, και ας μείνουμε στο «Ασπάζεται υμάς Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός». Μπορούμε να καταλάβουμε τη σημασία που έχει αυτός ο λόγος για τον μεγάλο Απόστολο, τον σωματικά ασθενικό άνθρωπο, που ο Θεός είχε παραχωρήσει να του δοθεί «σκόλοψ τη σαρκί». Δεν είναι απλή φιλοφρόνηση, αλλά λόγος ευγνωμοσύνης για το γιατρό του, που τον ακολουθούσε παντού φροντίζοντας πάντα για την επισφαλή σωματική του υγεία. Και ο λόγος αυτός μας ανοίγει θύρα να ομιλήσουμε για την επιστήμη της ιατρικής και για το γιατρό μας, σαν έμπιστο πρόσωπο. Ξεχωριστό πρόσωπο στη ζωή μας, μαζί με τους γονείς και τους δασκάλους μας είναι ο γιατρός μας. Ακόμα περισσότερο, ο γιατρός είναι όπως ο ιερέας και πνευματικός μας∙ γιατρός είναι ο πνευματικός και πνευματικός είναι ο γιατρός. Το έργο αυτών των δύο, του γιατρού και του πνευματικού, συνδέεται τόσο στενά, όπως στενός και αδιάρρηκτος είναι ο δεσμός της ψυχής με το σώμα. Από την άποψη αυτή η ιατρική είναι πραγματικά ιερή επιστήμη. 

Υπάρχει στην αρχαία Ελληνική φιλολογία ένα κείμενο, που αποδίδεται στον Ιπποκράτη∙ είναι ο όρκος του γιατρού∙ «Ορκίζομαι… να μεταχειριστώ τις θεραπευτικές δίαιτες για την ωφέλεια των αρρώστων όσο μπορώ και όπως κρίνω ορθό. Να αποφύγω κάθε βλάβη και αδικία και να διατηρήσω λευκό και άσπιλο τον βίο μου και την τέχνη μου. Σε όσα σπίτια που θα μεταβώ, να μπω προς όφελος των αρρώστων. Και για όσα στη διάρκεια της θεραπείας θα δω και θα μάθω, για τα οποία με κανέναν τρόπο δεν πρέπει έξω να γίνει λόγος, θα σιωπώ και θα έχω για αξίωμα πως αυτά πρέπει να μένουν μυστικά». Μέσα σ’ αυτό το κείμενο, που και σήμερα το επαναλαμβάνουν επίσημα οι γιατροί, όταν παίρνουν τα πανεπιστημιακά τους πτυχία, βλέπουμε πόσο ιερό είναι το έργο του γιατρού και πως δεν είναι υπερβολή που είπαμε πως ο γιατρός είναι όπως ο εξομολόγος ιερέας. 

Για την επιστήμη της ιατρικής και για το πρόσωπο του γιατρού η θεία Γραφή μας ομιλεί με τα εξής λόγια∙ «Τίμα ιατρόν… και γαρ αυτόν έκτισε Κύριος. Κύριος έκτισεν εκ γης φάρμακα… και αυτός έδωκεν ανθρώποις επιστήμην». Κι από τους ιερούς Πατέρες της Εκκλησίας ο Μέγας Βασίλειος λέγει τα εξής για την ιερά και φιλάνθρωπη επιστήμη∙ «Ώσπερ εκάστη των τεχνών βοήθεια ημίν προ το της φύσεως ασθενές υπό Θεού κεχάρισται… ούτω και ιατρική… Ούτε ουν φευκτέον πάντη την τέχνην ούτε επ’ αυτή πάσας τας ελπίδας έχειν… και ιατρόν εισάγοντες, ότε λόγος συγχωρεί, της προς Θεόν ελπίδος ουκ αφίστασθαι». Πρέπει όμως αυτά τα λόγια να τα εξηγήσουμε στη γλώσσα μας, για να τα καταλάβουμε καλύτερα. Το ερώτημα είναι «Ει τοις εκ της ιατρικής κεχρήσθαι κατά σκοπόν εστί της ευσεβείας», αν δηλαδή ένας πιστός και ευσεβής άνθρωπος, όταν αρρωστήσει, πρέπει να φωνάζει το γιατρό και να δέχεται τη συνδρομή της επιστήμης. Και ο Μέγας Βασίλειος απαντά∙ «Όπως κάθε τέχνη δόθηκε από το Θεό, για να μας βοηθεί στη φυσική μας ασθένεια, έτσι και η ιατρική. Ούτε λοιπόν να αποφεύγωμε ολωσδιόλου την ιατρική ούτε να στηρίζωμε σ’ αυτήν όλες τις ελπίδες μας. βάζοντας, όταν χρειάζεται, το γιατρό στο σπίτι μας, να μην αφήνωμε την ελπίδα μας στο Θεό». Με την απάντηση αυτή ο ιερός Πατέρας της Εκκλησίας, που ο ίδιος είναι και γιατρός, καθορίζει τα όρια της επιστήμης και του θείου παράγοντος στη σωματική αρρώστια και θεραπεία. Ο Θεός «έδωκεν ανθρώποις επιστήμην» και η αληθινή επιστήμη δεν καταργεί τον Θεό. 

Ένας καλός χειρουργός προτού να πιάσει το νυστέρι κάνει το σταυρό του και ζητάει τη βοήθεια του Θεού. 

Τα ζητήματα αυτά απασχολούν πολύ την σύγχρονη επιστήμη, και είναι ζητήματα από τα πιο προσωπικά του ανθρώπου∙ ζητήματα σωματικής υγείας και επιβιώσεώς του, όπως τα άλλα εκείνα, που αφορούν στην ψυχική του υγεία και πνευματική ζωή. Όταν ζούμε σε τούτον τον κόσμο, δεν μπορούμε να αρνηθούμε το υλικό σώμα∙ έχει κι αυτό στον προορισμό μας την αξία και τη χρησιμότητά του. «Τοσαύτη γαρ αυτού εστίν η ευγένεια», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «ως και εν τη φθορά την αξίαν επιδείκνυσθαι την αυτού… οι γαρ άγιοι πάντες μετά τούτου ζώντες, την αγγελικήν … επεδείξαντο πολιτείαν και ουδεμίαν τις αυτοίς εντεύθεν εγένετο βλάβη προς τον της αρετής δρόμον». Έτσι εννοούμε την αξία της ιατρικής επιστήμης και τη θέση ενός καλού γιατρού κοντά μας. Κι εννοούμε επίσης τη σημασία που έχουν τα λόγια του μεγάλου Αποστόλου για το γιατρό του, που συγχρόνως είναι μαρτυρία και έπαινος για την ευσυνειδησία του ως επιστήμονος και για το ήθος του ως ανθρώπου∙ 

«Ασπάζεται υμάς Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός». Από το βιβλίο του Επισκόπου Διονυσίου (Ψαριανού) +, Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης, Ο Λόγος του Θεού, τ. Α´
(σύνδεσμος μηνύματος)

11-10-2020
Κυριακή των Αγίων Πατέρων

Όταν αναφέρουμε τους Πατέρες της Εκκλησίας φανταζόμαστε συνήθως πρόσωπα μακρυσμένα από μας. Φέρνουμε στο νου μας ανθρώπους που ανήκουν σε κάποια απόμακρη εποχή. Αναλογιζόμαστε ιερές φυσιογνωμίες που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από μας και διατηρούνται στις τοιχογραφίες και τα εικονίσματα των ναών και των σπιτιών μας. Στην πραγματικότητα όμως οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν είναι καθόλου απόμακροι, βρίσκονται κοντά μας , είναι μαζί μας. Άλλωστε αυτοί δεν έπαυσαν ποτέ να υπάρχουν στην Εκκλησία μας, ούτε η θεολογία έθεσε κάποια όρια στην παρουσία τους. 

Αν λοιπόν ως ορθόδοξοι συνηθίζουμε να στρεφόμαστε στους Πατέρες της Εκκλησίας, δεν το κάνουμε από κάποια ρομαντική διάθεση, ούτε γιατί αγνοούμε την ιδιαιτερότητα της εποχής μας με το πλήθος των προβλημάτων και την έκταση των σαρωτικών αλλαγών που συντελέστηκαν και συντελούνται. Το κάνουμε για να εμπνευσθούμε από το πνεύμα τους και να διδαχθούμε από την πείρα τους, ώστε να αντιληφθούμε και να αντιμετωπίσουμε σωστά τα προβλήματά μας. Το κάνουμε επειδή γνωρίζουμε τον διαχρονικό χαρακτήρα του πνεύματός τους, αλλά και την ουσιαστική ομοιότητα των ανθρώπων και των βαθυτέρων προβλημάτων τους σε κάθε εποχή. 

Οι Πατέρες τη Εκκλησίας δεν αποτελούν το παρελθόν μας, αλλά το κεφάλαιο του παρόντος μας. Δεν είναι εκφραστές κάποιας αλήθειας που χάθηκε, αλλά οι φορείς της παραδόσεως που ακόμα διατηρείται, παρά τις άστοχες ή εγκληματικές ακόμα ενέργειές μας σε βάρος της. Η παράδοση προϋποθέτει την φθορά και τον θάνατο. Ταυτόχρονα όμως η παράδοση τροφοδοτεί την ανακαίνιση και την ζωή. Η παράδοση είναι θάνατος που τρέφει την ζωή. Και η αποδοχή της παραδόσεως είναι η αποδοχή του θανάτου ως παράγοντα ζωής. Η ζωή διατηρείται εκεί, όπου μπορεί να χρησιμοποιεί ως τροφή την φθορά και τον αφανισμό που προκαλεί ο χρόνος. Όταν η ζωή που αφανίζεται δεν τρέφει την ζωή που γεννιέται, τότε η ζωή που γεννιέται οδηγείται στον αφανισμό. 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν ταυτόχρονα μεγάλοι θεολόγοι, μεγάλοι ασκητές και μεγάλοι κοινωνικοί εργάτες. Δεν είχαν το ενδιαφέρον τους μόνο στον ουρανό αλλά και στην γη. Δεν ήταν μόνο φορείς χαρισμάτων αλλά και πρωτεργάτεςθεσμών. Έπαιρναν από τον ουρανό την δύναμη και την έμπνευση, για να δουν και να αντιμετωπίσουν σωστά τα προβλήματα της γης. Αυτό ήταν και το μυστικό της μεγάλης επιτυχίας του έργου τους. Η στροφή προς τον ουρανό αποτελεί την ασφαλέστερη προϋπόθεση για τη σωστή θεώρηση και αντιμετώπιση των προβλημάτων της γης. 

Από το βιβλίο του καθηγητή, Γεωργίου Μαντζαρίδη, Θεσμός και χάρισμα, Ι. Μ. Μ. Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2012.
(σύνδεσμος μηνύματος)

3-10-2020
Β' Κυριακή Λουκά
Μία πρώτη προσέγγιση της αγάπης
 
Αν θελήσει κανείς να διαγράψει τα χαρακτηριστικά της αγάπης, θεωρώντας αυτά στη φιλία, στον έρωτα, στη συζυγία, στη μητρότητα, στην αναφορά προς το ιδανικό, είτε λέγεται αυτό ιδέα, είτε λέγεται πατρίδα, είτε ακόμη λέγεται προσωπική προτίμηση, διαπιστώνει μερικά κοινά γνωρίσματα. Ως πρώτο είναι η τάση για ένωση. Ως δεύτερο, που πάει πέρα από την απλή επαφή, είναι η αλληλοπεριχώρηση. Προσωπικά θα προτιμούσα τον όρο «αλλότητα», δηλαδή την τάση να γίνει ο καθένας μέσα στην αγάπη ο άλλος, δίχως όμως αλλοτρίωση. Αποτέλεσμα αυτού είναι το τρίτο γνώρισμα, η θυσία. Ως τέταρτο γνώρισμα ή καλύτερα ως συνέπεια των παραπάνω τριών γνωρισμάτων είναι η πιστότητα, η χαρά και η ειρήνη, με άλλα λόγια ένα είδος οριζόντιας, δηλαδή γήινης σωτηρίας. Η οριζόντια όμως αυτή μορφή σωτηρίας δεν είναι καθόλου ο μόνιμος συνοδοιπόρος του ανθρώπου. Η διαπροσωπική σχέση μόνο σε στιγμές αναλαμπών γεύεται τα γνωρίσματα της αγάπης. Αντί αυτών επικρατεί η διάψευσή τους. Αντί για ένωση υπάρχει η μόνωση, αντί για αλληλοπεριχώρηση υπάρχει η αλλοτρίωση, αντί για θυσία υπάρχει η απαίτηση. Την πιστότητα αντικατέστησε η απιστία, τη χαρά το άγχος, την ειρήνη την επιφύλαξη. Και η αιτία όλων αυτών είναι η ίδια η αγάπη ή πιο σωστά η διαστροφή της, δηλαδή η ανάδρομη μορφή αγάπης , ο εγωισμός. 

Στο δράμα αυτό του ανθρώπου, που παρουσιάστηκε με χίλιους τρόπους από την ψιθυριστή απορία ή την καλόγνωμη εγκαρτέρηση μέχρι τη διαμαρτύρηση και την επανάσταση ή το μηδενιστικό συμβιβασμό, που θέτει πιά σε διαμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη, δόθηκαν λογιών λογιών καθάρσεις. Στην πολυωνυμία των απαντήσεων αυτών που επιχείρησε να διατυπώσει ο άνθρωπος, ως λύση και συνάμα ως αντιμετώπιση του δράματός του, διακρίνει κανείς δύο βασικές κατηγορίες. Η πρώτη δοσμένη κυρίως από τη θρησκεία, αναφέρεται στην εξάρτηση. Το δράμα του ανθρώπου αλλά και η υπέρβασή του συσχετίζεται με την αναφορά του προς το θείο. Η αποκατάσταση της αναφοράς αυτής θα δώσει τη λύτρωση. Η δεύτερη κατηγορία, δοσμένη από τη φιλοσοφία και από μερικές θρησκείες, ανάγεται στην ανεξαρτησία. Ο άνθρωπος υπερνικά τη μοίρα του εντός του. 

Στις δύο μεγάλες αυτές κατηγορίες λύσεων στο ανθρώπινο δράμα ο Χριστιανισμός προσθέτει μία τρίτη, την κοινωνία. Οι άνθρωποι των δύο προηγουμένων λύσεων αντιμετωπίζουν οι μεν το δρόμο που οδηγεί στην ατομική και γι' αυτό ιδιοτελή αναζήτηση της λύτρωσης μέσα από τις θρησκείες, και οι δε την ηρωική ατομική πάλη για την κατάκτηση μίας οριζόντιας σωτηρίας μέσω της φιλοσοφίας. Ο άνθρωπος όμως της τρίτης λύσης, που είναι η κοινωνία, βρίσκεται σε πλήρη σχέση με τον συνάνθρωπο, με το φυσικό κόσμο, με το σύμπαν ολόκληρο, και τούτο γιατί πρώτος ο Θεός κοινώνησε με όλα αυτά. Ο απόστολος Ιωάννης στην πρώτη του επιστολή αποδίδει στο Θεό το κατηγόρημα της αγάπης: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί». Ο ορθόδοξος θεολογικός στοχασμός δε δίστασε να δει στο χωρίο αυτό μία έκφραση αυτής της ίδιας της ουσίας του Θεού: «Ημᾶς δὲ εἴ τις ἐρωτήσειε, τί τὸ τιμώμενον ὑμῖν καὶ προσκυνούμενον; Πρόχειρον εἰπεῖν ἡ ἀγάπη. Ὁ γὰρ Θεὸς ἡμῶν ἡ ἀγάπη ἐστί. Ρῆσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τοῦτο χαίρειν μᾶλλον ἀκούων ἤ τι ἄλλο ὁ Θεός», λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος. «Ἀγάπην δὲ τὸν Θεὸν εἶναι παρὰ τῆς Ἁγίας Γραφῆς μεμαθήκαμεν», προσθέτει ο Γρηγόριος Νύσσης. 

Από το βιβλίο του Ηλία Βουλγαράκη, Χριστιανισμός και Κόσμος. Αναζητώντας ένα σύγχρονο χριστιανικό λόγο, Αρμός, Αθήνα 1993 (σύνδεσμος μηνύματος)

27-9-2020
Α´Κυριακή Λουκά

Σήμερα το ιερό Ευαγγέλιο μας ιστορεί την κλήση από τον Χριστό, των πρώτων μαθητών Του. Κάθε άνθρωπος λαμβάνει, σε κάποια στιγμή της ζωής του, την προσωπική του κλήση για μία αφύπνηση στην ευθυπορεία προς την αγιότητα, την συνάντηση με τον Χριστό και την βίωση της προσωπικής του αποκάλυψης. 

Ακολουθεί ένα μικρό κείμενο από το βιβλίο του π. Πλακίδα Deseille, Η πορεία μου προς την Ορθοδοξία, ως μία αφορμή σκέψης, για την προσωπική μας αναζήτηση προς την ανακάλυψη ή την επίγνωση της δικής μας πορείας μέσα στον ταραγμένο και συγκεχυμένο σύγχρονο κόσμο μας. 

[Όμως ήμουν πεπεισμένος βαθιά, πως οι Πατέρες ήταν οι μεγάλοι μάρτυρες της παραδόσεως της Εκκλησίας, την οποία βρίσκαμε σ᾽ αυτούς στο πλήρωμά της. Σ᾽ αυτούς όλες οι πλευρές της διδασκαλίας και της χριστιανικής ζωής φωτίζονταν πάντοτε ξεκινώντας από τα κεντρικά μυστήρια της Αγίας Τριάδας και της θεώσεως του ανθρώπου με τη λυτρωτική ενανθρώπιση του Χριστού. Σ᾽ αυτούς η γνώση προερχόταν πάντοτε από το πλήρωμα της πνευματικής ζωής και της πνευματικής εμπειρίας. Σύμφωνα με μια διατύπωση, της οποίας λησμόνησα τον συγγραφέα και που αναφέρω από μνήμης, οι Πατέρες «δεν διδάσκουν ξεκινώντας από αποδεικτικούς συλλογισμούς και υποθέσεις. Μας μιλούν για μια χώρα, στην οποία έχουν μεταβεί». 

Αυτό, άλλωστε, που με ενδιέφερε στους Πατέρες, δεν ήταν τα πιο ατομικά ή τα πιο πρωτότυπα στοιχεία της σκέψεώς τους. Αντίθετα ήταν τα κοινά σημεία, όλα εκείνα που αναδεικνύουν την παράδοση της Εκκλησίας, η οποία έγινε δεκτή και προσλήφθηκε προσωπικά από τον καθένα τους. Το κριτήριο του αγίου Βικεντίου Λερίνου με γοήτευε: «πρέπει να επαγρυπνούμε με την πιο μεγάλη φροντίδα, να κρατούμε για αληθινό εκείνο που πιστεύτηκε παντού, πάντοτε και από όλους». Μόνο στο σύνολο της Εκκλησίας, που ομονοεί εν αγάπη δια μέσου του χώρου και του χρόνου, το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτει το πλήρωμα της αληθείας. Η λειτουργία επίσης με γέμιζε, επειδή δεν ήταν η προσευχή ενός ατόμου ή μιάς ιδιαίτερης ομάδας. Αυτή δεν έφερε τη σφραγίδα ούτε ενός καθορισμένου τόπου, ούτε μιάς συγκεκριμένης εποχής. Γεννημένη στην εποχή των Πατέρων, εξελίχτηκε περνώντας από το φιλτράρισμα των γενεών πιστών και προσευχομένων, και αυτό που διατηρήθηκε ήταν αυθεντικά εκκλησιαστικό. 

……Βρισκόμασταν μπροστά σε μία σεβάσμια παράδοση, η οποία, ωστόσο, είχε ξεφύγει από το αρχικό της κλίμα, και την οποία πολλοί ακολουθούσαν από υπακοή χωρίς να την αισθάνονται βαθύτερα. Μου φαινόταν αναγκαίο να οικοδομήσουμε ξανά την ενότητα της ζωής μας ξαναγυρίζοντας στη διδασκαλία και το πνεύμα των Πατέρων. Και διαισθανόμουν ότι η ορθόδοξη Εκκλησία είχε διαφυλάξει καλύτερα αυτή τη μεγάλη παράδοση των πρώτων χριστιανικών χρόνων.]

(
σύνδεσμος μηνύματος)

13-09-2020
Η ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ 2020

Ο Ιησούς αποκάλεσε κάποτε τον εαυτό του «οδό και αλήθεια και ζωή». Και τώρα, σύμφωνα με τον πρώτο από αυτούς τους προσδιορισμούς, μας δείχνει την οδό. «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι». 

Λέγοντάς το αυτό ο ευαγγελιστής, παρατηρεί ότι όταν ο Ιησούς Χριστός πρόφερε αυτές τις λέξεις, «κάλεσε τον λαό κοντά του ως επίσης και τους μαθητάς». Αυτό δείχνει ότι το κάλεσμά του απευθυνόταν όχι αποκλειστικά στους εκλεκτούς, αλλά σε όλους χωρίς εξαίρεση. 

Όμως αν επιθυμείτε να ακολουθήσετε τον Χριστό, είναι τότε ώρα να σας πω, πως πρέπει να Τον ακολουθήσετε: « Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι». 

Πρώτον, λοιπόν, εκείνος που επιθυμεί να ακολουθήσει τον Χριστό, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, δηλαδή, ας απαρνηθεί την φιλαυτία του, ας μην αφοσιωθεί στην δική του τιμή, στο συμφέρον και την ευχαρίστησή του. Αλλά όπως ένας ταξιδιώτης, να τα προσπεράσει όλα αυτά και γρήγορα να τα αφήσει πίσω του……..Όπως ο πολεμιστής, όταν ξεκινά μία εκστρατεία απαρνείται όλες τις χαρές του οικογενειακού βίου, και όπως απαρνείται την ίδια τη ζωή όταν μπαίνει στη μάχη. Διότι χωρίς αυτή την απάρνηση δεν θα μπορούσε ούτε να είναι γενναίος ούτε νικητής. Αν είναι δυνατό να κάνει κάτι τέτοιο για χάρη ενός φθαρτού στέμματος και μιάς πρόσκαιρης δόξας, τί δεν μπορεί λοιπόν και τί δεν θα κατόρθωνε προκειμένου να αποκτήσει ένα στέμμα άφθαρτο και μία δόξα αιώνια. 

Δεύτερον, για να ακολουθήσει κάποιος τον Χριστό πρέπει να άρει τον σταυρό του. Ο σταυρός του Χριστού συνίσταται από τα παθήματά του, τις αποδοκιμασίες και το θάνατο. Έχοντας υπομείνει μόνος τα πάντα για χάρη μας, έχει κάθε δικαίωμα να ζητά από τον καθένα μας να τα υπομείνει όλα αυτά για Εκείνον. Όμως για να μη συντριβούμε από το βάρος του φορτίου Του, μπορεί να επιλέξει για να μας επισκεφτεί. Εάν ο Χριστός, ο Οποίος ήταν αναμάρτητος και παντοδύναμος, «έπρεπε να πάθει» ώστε να μπορέσει «να εισέλθει στην δόξα του», τότε πώς μπορούμε εμείς, κηλιδωμένοι και αδύναμοι από την αμαρτία, να φτάσουμε σε αυτή τη δόξα, χωρίς να καθαριστούμε από τις δοκιμασίες και να ενδυναμωθούμε από τα παθήματα; 

Τέτοια είναι, ώ Χριστιανοί, η διδασκαλία του Σταυρού, διδασκαλία τόσο αναγκαία και θεμελιώδης στον χριστιανισμό, που η Εκκλησία, μη όντας ευχαριστημένη με το να διακηρύσσει συχνά με λόγια, ακόμη πιο συχνά μας την παρουσιάζει με σύμβολα και σημεία. Με το ίδιο το βάπτισμά μας βάζει επάνω μας την εικόνα του Σταυρού. Σε κάθε προσευχή μας επιβάλλει να κάνουμε το σημείο του σταυρού. Και από καιρού εις καιρόν, όπως και την σημερινή ημέρα, τον παρουσιάζει επίσημα προς λατρεία και ιερό χαιρετισμό. 

Ας είμαστε προσεκτικοί, ας αποδεχτούμε αυτή την εντολή, όχι από ανθρώπινα χείλη, αλλά σαν από τα χείλη του ίδιου του σταυρωθέντος Σωτήρα μας: «ας απαρνηθούμε τον εαυτό μας, και αίροντες τον σταυρόν μας, ας τον ακολουθήσουμε». Αμήν 

Από το βιβλίο: Η Θεολογία της καρδιάς, αγίου Φιλαρέτου Μόσχας (σύνδεσμος μηνύματος)

06-09-2020
Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2020

Προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση ο Χριστός, θέλησε να συμμετάσχει στην πεπτωκυία κατάστασή μας κατά πάντα, πλην της αμαρτίας. Γι᾽ αυτό και ο Θεός του ευτρέπισε μία άμωμη κατοικία, μία παρθενική κιβωτό, την υπεραγία Θεοτόκο, η οποία, αν και υπέκειτο στον θάνατο και στην καταδίκη των προπατόρων μας, είχε εκλεγεί από τον Θεό προ των αιώνων, για να γίνει η νέα Εύα, η μητέρα του Σωτήρος Χριστού, το αίτιον της απολυτρώσεώς μας και το πρότυπο της χριστιανικής αγιότητος. 

Για να καταδειχθεί η στειρότητα της ανθρωπίνης φύσεως πριν από την έλευση του Χριστού, ο Θεός κατ᾽ οικονομίαν επέτρεψε να μείνουν άτεκνοι ο Ιωακείμ και η Άννα ως τα γεράματά τους……..Ο Θεός πλούσιος ων «εν ελέει και οικτιρμοίς», εισήκουσε τις προσευχές τους και απέστειλε στην Άννα τον αρχάγγελο Γαβριήλ, τον άγγελο της ευδοκίας του Θεού, για να της αναγγείλει ότι στα γηρατειά της θα γεννήσει παιδί, για το οποίο θα μιλά ολη η οικουμένη. Γεμάτη έκπληξη και χαρά η Άννα ανεφώνησε «ζει Κύριος ο Θεός μου. Εάν γεννήσω είτε άρρεν είτε θήλυ, προσάξω αυτό δώρον Κυρίω τω Θεώ μου, και έσται λειτουργούν αυτώ πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού»……. 

Μετά την παρέλευση των εννέα μηνών, η Άννα γέννησε και ρώτησε την μαία τί παιδί γεννήθηκε. Αυτή απάντησε «θήλυ». Η Άννα είπε:«Εμεγαλύνθη η ψυχή μου εν τη ημέρα ταύτη» και ξάπλωσε στοργικά το βρέφος. Όταν συμπληρώθηκαν και οι καθορισμένες από τον Νόμο ημέρες του καθαρμού της, σηκώθηκε, πλύθηκε, θήλασε το παιδί και του έδωσε το όνομα Μαρία. Το μυστήριο όνομα που προσδοκούσαν οι πατριάρχαι, οι κριταί και οι προφήται, και δια του οποίου ο Θεός πραγματοποίησε το σωτήριο σχέδιό του, το αποκεκρυμμένο από κτίσεως κόσμου. 

Ημέρα τη ημέρα η μικρή κόρη μεγάλωνε και κραταιωνόταν. Όταν έγινε έξι μηνών, η Άννα την απέθεσε στην γη, για να δει αν μπορεί να σταθεί όρθια. Η μικρή περπάτησε επτά βήματα και επιστρέφοντας έπεσε στην αγκαλιά της μητέρας της, η οποία την σήκωσε λέγοντας «ζει Κύριος ο Θεός μου, ου μη περιπατήσεις εν τη γη ταύτη, έως αν απάξω σε εν τω ναώ του Κυρίου». Της ξεχώρησε ένα τόπο στον κοιτώνα, όπου τίποτε το κοινό ή ακάθαρτο του κόσμου δεν επέτρεπε να εισέλθει, και κάλεσε αμίαντες θυγατέρες των Εβραίων να παίζουν μαζί της.

(
σύνδεσμος μηνύματος)

01-09-2020
Αρχή της Ινδίκτου 1η Σεπτεμβρίου

Για ένα δρομέα που θέλει να επιτύχει τη νίκη είναι πολύ σημαντικό να κάνει σωστή εκκίνηση στην έναρξη του δρόμου. Γνωρίζουμε επίσης ότι η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Να λοιπόν μία νέα ευκαιρία για τον καθένα μας να ξεκινήσουμε, «εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, ότι αι ημέραι πονηραί εισίν». 

Η χάρις του Θεού ας μας συνοδεύει στην οδοιπορία αυτή και ας αφήσουμε την καρδιά μας να συντονίζεται με τον πόθο των αγίων, ώστε να γίνει η νέα εκκλησιαστική μας χρονιά ένα σκαλί πιο πάνω προς την κορυφή της σκάλας που θα μας φέρει πιο κοντά στον ουρανό.

Καλή δύναμη στον καθένα 
π. Αθανάσιος
(σύνδεσμος μηνύματος)