Μήνυμα εβδομάδας

08-03-2025

Β΄Κυριακή Νηστειών ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΓΡΑΦΕΣ. 

Η προσευχή της Εκκλησίας είναι πάντοτε βιβλική, που θα πει εκφράζεται με τη γλώσσα, τις εικόνες και τα σύμβολα των Αγίων Γραφών. Αν η Αγία Γραφή περιέχει τη Θεία Αποκάλυψη στους ανθρώπους, είναι επίσης και η εμπνευσμένη ανταπόκριση του ανθρώπου στην Αποκάλυψη και επομένως είναι το υπόδειγμα και το περιεχόμενο της προσευχής, της δοξολογίας και της λατρείας. Χιλιάδες χρόνια λόγου χάρη πέρασαν από τότε που συντάχτηκαν οι ψαλμοί και όμως όταν ο άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει την μετάνοια, το συγκλονισμό ολόκληρου του είναι του στην πρόκληση του θείου ελέους, βρίσκει, ακόμα και τώρα, σαν την μόνη επαρκή έκφραση, τον ψαλμό της μετανοίας: «ελέησον με, ο Θεός!» Κάθε διανοητική κατάσταση του ανθρώπου μπροστά στο Θεό, στον κόσμο και στους άλλους ανθρώπους, από την ακαταμάχητη χαρά της παρουσίας του Θεού ως την αβυσσαλέα απογοήτευση του εξόριστου ανθρώπου, την αμαρτία και την αλλοτρίωση, βρήκε την πιο τέλεια έκφρασή του σ’ αυτό το μοναδικό βιβλίο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η Αγία Γραφή αποτελεί την καθημερινή τροφοδοσία της Εκκλησίας, το μέσο της λατρείας της και της αυτοοικοδομής της. 

Στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής αυξάνεται πολύ περισσότερο η έμφαση στην βιβλική διάσταση της λατρείας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι σαράντα μέρες της Σαρακοστής είναι, κατά κάποιο τρόπο, η επιστροφή της Εκκλησίας στην πνευματική κατάσταση της Παλαιάς Διαθήκης– στην εποχή πριν από το Χριστό, στην εποχή της μετανοίας και της προσδοκίας, στην εποχή που η «ιστορία της σωτηρίας» πορευόταν προς το πλήρωμά της εν Χριστώ. Αυτή η επιστροφή είναι απαραίτητη γιατί, αν και ανήκουμε στην εποχή μετά το Χριστό, Τον γνωρίζουμε και «έχουμε βαφτιστεί στ’ Όνομά Του», όμως διαρκώς απομακρυνόμαστε από τη νέα ζωή που λάβαμε απ’ Αυτόν και αυτό σημαίνει γλίστρημα στην «παλαιά» εποχή. Η Εκκλησία από τη μια μεριά, βρήκε ήδη τη «θέση» της, γιατί, Εκκλησία είναι η «χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος»· από την άλλη μεριά όμως βρίσκεται «εν πορεία», σε ένα ταξίδι προσκυνητού – μακρύ και δύσκολο – «προς το πλήρωμα των πάντων εν Θεώ», προς την επάνοδο του Χριστού και το τέλος όλων των αιώνων. 

Η μεγάλη Σαρακοστή είναι η περίοδος κατά την οποία πραγματώνεται αυτή η δεύτερη πλευρά της Εκκλησίας και της ζωής της σαν προσδοκίας και ταξιδιού. Ακριβώς εδώ είναι που η Παλαιά Διαθήκη αποκτάει όλη την σπουδαιότητά της, σαν βιβλίο, όχι μόνο προφητειών που έχουν εκπληρωθεί, αλλά σαν ένα βιβλίο του ανθρώπου και γενικά ολόκληρης της δημιουργίας «στην πορεία» τους προς την Βασιλεία του Θεού. 

Δύο βασικές αρχές επικρατούν στην χρήση της Παλαιάς Διαθήκης κατά την λατρεία της Μεγάλης Σαρακοστής: η «διπλή ανάγνωση του Ψαλτηρίου και η ανάγνωση ουσιαστικά ολόκληρων των τριών βιβλίων: της Γενέσεως, του Ησαΐα και των Παροιμιών. 

Οι Ψαλμοί πάντοτε κατέχουν μια κεντρική και πραγματικά μοναδική θέση στη χριστιανική λατρεία. Η Εκκλησία βλέπει μέσα στους Ψαλμούς όχι μόνο την καλύτερη, την πιο επαρκή και τέλεια έκφραση της ανθρώπινης προσευχής, της μετάνοιας, της λατρείας και της δοξολογίας, αλλά μια αληθινή λεκτική εικόνα του Χριστού και της Εκκλησίας , μια αποκάλυψη μέσα στην αποκάλυψη. Για τους Πατέρες, λέει ένας ερμηνευτής των κειμένων τους: «…μόνο ο Χριστός και η Εκκλησία Του, προσεύχονται, κλαίνε και μιλούν σ’ αυτό το Βιβλίο». Γι’ αυτό από την αρχή η Ψαλμοί αποτελούσαν το θεμέλιο της προσευχής της Εκκλησίας και την «φυσική γλώσσα της». Χρησιμοποιούνται δε στη λατρεία πρώτα πρώτα σαν «προκαθορισμένοι Ψαλμοί», δηλαδή σαν μόνιμο υλικό στις καθημερινές ακολουθίες, όπως είναι: ο εσπερινός ψαλμός (ψ. 103), ο εξάψαλμος (3,37,62,87,102,142), και οι Ψαλμοί του όρθρου (148,148,150), τρεις ψαλμοί στις Ώρες κ.λ.π. Από το Ψαλτήρι διαλέγονται τα Προκείμενα , οι στίχοι για τα «αλληλούια» κ.λ.π. για όλες τις γιορτές και τις ακολουθίες όλου του λειτουργικού χρόνου. Και τέλος ολόκληρο το Ψαλτήρι χωρισμένο σε είκοσι τμήματα που λέγονται καθίσματα, διαβάζεται κάθε εβδομάδα στον Όρθρο και στον Εσπερινό. Αυτή η τρίτη χρήση του Ψαλτηρίου διπλασιάζεται στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, δηλαδή το Ψαλτήρι διαβάζετε όχι μια αλλά δυο φορές κάθε βδομάδα της Σαρακοστής και μερικοί ψαλμοί περιλαμβάνονται στην Τρίτη και Έκτη Ώρα. 

Η «συνεχής ανάγνωση» από την Γένεση, τον Ησαΐα και τις Παροιμίες έχει την αρχή της στην εποχή που η μεγάλη Σαρακοστή ήταν ακόμα η προ του Βαπτίσματος περίοδος της Εκκλησίας, οπότε στις ακολουθίες της Σαρακοστής επικρατούσε ο κατηχητικός χαρακτήρας, δηλαδή ήταν αφιερωμένες στη διδασκαλία τον κατηχουμένων. Καθένα από τα τρία αυτά βιβλία ανταποκρίνεται σε ένα από τα τρία βασικά θέματα της Παλαιάς Διαθήκης: στην ιστορία της Δημιουργίας του Θεού , στην προφητεία και στην ηθική διδασκαλία. Το βιβλίο της Γένεσης δίνει, θα λέγαμε, το «πλαίσιο» της πίστης της Εκκλησίας. Περιλαμβάνει την ιστορία της Δημιουργίας, της Πτώσης, και τελικά την υπόσχεση και την αρχή της σωτηρίας μέσα από την Διαθήκη του Θεού με τον εκλεκτό λαό Του. Μεταφέρει τις τρεις βασικές διαστάσεις της πίστης της Εκκλησίας στο Θεό σαν Δημιουργό, σαν Κριτή και σαν Σωτήρα. Αποκαλύπτει τις ρίζες της χριστιανικής αντίληψης για τον άνθρωπο που είναι δημιούργημα «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν του Θεού» που απομακρύνθηκε από το Θεό και που παραμένει αντικείμενο της θείας αγάπης και φροντίδας και της τελικής σωτηρίας. Φέρνει σε φως το νόημα της ιστορίας σαν ιστορία της σωτηρίας που οδηγείται και ολοκληρώνεται «εν Χριστώ». Αναγγέλλει το μυστήριο της Εκκλησίας μέσα από τις εικόνες και τις αλήθειες του Λαού του Θεού, με τη Διαθήκη, την Κιβωτό κ.λ.π.

Ο Ησαΐας είναι ο μεγαλύτερος από όλους τους προφήτες και η ανάγνωση του βιβλίου του στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής έχει σκοπό να αποκαλύψει μια ακόμα φορά το μέγα μυστήριο της σωτηρίας μέσα από τα Πάθη και την Θυσία του Χριστού. Τέλος το βιβλίο των Παροιμιών είναι η επιτομή της ηθικής διδασκαλίας της Παλαιάς Διαθήκης , του ηθικού νόμου και της σοφίας. Χωρίς την αποδοχή αυτών ο άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει την αποξένωσή του από το Θεό και έτσι γίνεται ανίκανος ακόμα και να ακούσει τη σωτήρια είδηση της συγγνώμης μέσα από την αγάπη και τη χάρη. 

Αναγνώσματα από τα τρία αυτά βιβλία διαβάζονται κάθε μέρα από την Δευτέρα ως την Παρασκευή στην περίοδο της μεγάλης Σαρακοστής: η Γένεση και οι Παροιμίες διαβάζονται στους εσπερινούς και ο Ησαΐας στην έκτη ώρα. Και παρά το γεγονός ότι η Μεγάλη Σαρακοστή από παλιά έχει πια σταματήσει να είναι η περίοδος κατήχησης για την Εκκλησία, ο αρχικός σκοπός αυτών των αναγνωσμάτων διατηρεί την σπουδαιότητά του. Η χριστιανική πίστη μας έχει ανάγκη από αυτή την ετήσια επιστροφή στις βιβλικές ρίζες της και στις πηγές της για να μη σταματάει η αύξησή μας στην κατανόηση της Θείας Αποκάλυψης. Η Αγία Γραφή δεν είναι συλλογή δογματικών προϋποθέσεων που πρέπει να τις αποδεχτούμε και να τις απομνημονεύσουμε μια για πάντα, αλλά είναι η ζώσα φωνή του Θεού που μας μιλάει πάλι και πάλι και που μας βάζει όλο και πιο βαθιά στα ανεξάντλητα πλούτη της Σοφίας και της αγάπης Του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τραγωδία στην Εκκλησία μας από τη σχεδόν τέλεια άγνοια που έχουν τα μέλη της για τις Άγιες Γραφές και ακόμα χειρότερη είναι η τέλεια αδιαφορία τους γι’ αυτές. Αυτό που για τους Πατέρες της Εκκλησίας και για τους Αγίους ήταν μια ανεξάντλητη χαρά, ενδιαφέρον, πνευματική και διανοητική τροφή, είναι για πολλούς ορθόδοξους χριστιανούς σήμερα ένα αρχαιολογικό κείμενο χωρίς κανένα νόημα για τη ζωή τους. Θα θέλαμε να ελπίζουμε ότι καθώς θα αποκαλύπτεται σιγά-σιγά το πνεύμα και η σημασία της Μεγάλης Σαρακοστής θα γίνει αυτή η αποκάλυψη και για τις Άγιες Γραφές σαν αληθινή πνευματική τροφή και επικοινωνία με το Θεό. 

Alexander Schmemann, ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ - Πορεία προς το Πάσχα

01-03-2025
Κυριακή της Ορθοδοξίας 2026 

Όταν κάποιος ξεκινάει για ένα ταξίδι θα πρέπει να ξέρει που πηγαίνει. Αυτό συμβαίνει και με την Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω απ’ όλα η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα, «η Εορτή Εορτών». Είναι η προετοιμασία για την «πλήρωση του Πάσχα, που είναι η πραγματική Αποκάλυψη». Για το λόγο αυτό θα πρέπει να αρχίσουμε με την προσπάθεια να καταλάβουμε αυτή τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην Σαρακοστή και το Πάσχα, γιατί αυτή αποκαλύπτει κάτι πολύ ουσιαστικό και πολύ σημαντικό για την χριστιανική πίστη και ζωή μας. 

Άραγε είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε ότι το Πάσχα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια γιορτή, πολύ πέρα από μια ετήσια ανάμνηση ενός γεγονότος που πέρασε; Ο καθένας που, έστω και μια μόνο φορά, έζησε αυτή τη νύχτα «τη σωτήριο, τη φωταυγή και λαμπροφόρο», που γεύτηκε εκείνη την μοναδική χαρά το ξέρει αυτό. 

Αλλά τι είναι αυτή η χαρά; Γιατί ψέλνουμε στην αναστάσιμη λειτουργία: «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια»; Με ποια έννοια «εορτάζομεν» –καθώς ισχυριζόμαστε ότι το κάνουμε– «θανάτου την νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν άλλης βιοτής της αιώνιου απαρχής…»; 

Σε όλες αυτές τις ερωτήσεις η απάντηση είναι: η νέα ζωή η οποία πριν από δύο χιλιάδες περίπου χρόνια «ανέτειλεν εκ του τάφου», προσφέρθηκε σε εμάς, σε όλους εκείνους που πιστεύουν στο Χριστό. Μας δόθηκε τη μέρα που βαφτιστήκαμε, τη μέρα δηλαδή που όπως λέει ο Απ. Παύλος: «…συνετάφημεν ουν αυτώ διά του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών διά της δόξης του πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4). 

Έτσι το Πάσχα πανηγυρίζουμε την Ανάσταση του Χριστού σαν γεγονός που έγινε και ακόμη γίνεται σε εμάς. Γιατί ο καθένας από μας έλαβε το δώρο αυτής της νέας ζωής και την δύναμη να την αποδεχτεί και να ζήσει διαμέσου της. Είναι ένα δώρο που ριζικά αλλάζει την διάθεση μας απέναντι σε κάθε κατάσταση αυτού του κόσμου, ακόμη και απέναντι στο θάνατο. Μας δίνει τη δύναμη να επιβεβαιώνουμε θριαμβευτικά το:«νικήθηκε ο θάνατος». Φυσικά υπάρχει ακόμα ο θάνατος, είναι σίγουρος, τον αντιμετωπίζουμε, και κάποια μέρα θα έρθει και για μας. Αλλά όλη η πίστη μας είναι ότι με το δικό Του θάνατο ο Χριστός άλλαξε τη φύση ακριβώς του θανάτου. Τον έκανε πέρασμα–«διάβαση» «Πάσχα»– στην βασιλεία του Θεού μεταμορφώνοντας την δραματικότερη τραγωδία σε αιώνιο θρίαμβο, σε νίκη. Με το «θανάτω θάνατον πατήσας » μας έκανε μετόχους της Ανάστασής Του. Ακριβώς γι’ αυτό στο τέλος του όρθρου της Ανάστασης– στον Κατηχητικό Λόγο του Ιωάννου Χρυσοστόμου – λέμε θριαμβευτικά: «Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται. Ανέστη Χριστός, και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι». 

Τέτοια είναι η πίστη της Εκκλησίας που επιβεβαιώνεται και φανερώνεται με τη ζωή των αναρίθμητων αγίων της. Αλλά μήπως δε ζούμε καθημερινά το γεγονός ότι αυτή η πίστη σπάνια γίνεται και δική μας εμπειρία; Μήπως δεν χάνουμε πολύ συχνά και δεν προδίνουμε αυτή τη «νέα ζωή» που λάβαμε σαν δώρο και στην πραγματικότητα ζούμε σαν να μην αναστήθηκε ο Χριστός και σαν να μην έχει νόημα για μας αυτό το μοναδικό γεγονός; Και όλα αυτά εξαιτίας της αδυναμίας μας, της ανικανότητας μας να ζούμε σταθερά με «πίστη ελπίδα και αγάπη» στο επίπεδο εκείνο που μας ανέβασε ο Χριστός όταν είπε: «Ζητείτε πρώτον την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού». Απλούστατα εμείς ξεχνάμε όλα αυτά γιατί είμαστε τόσο απασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στις καθημερινές έγνοιες μας και ακριβώς επειδή ξεχνάμε, αποτυχαίνουμε. Μέσα σ’αυτή την λησμοσύνη, την αποτυχία και την αμαρτία η ζωή μας γίνεται ξανά «παλαιά», ευτελής, σκοτεινή και τελικά χωρίς σημασία, γίνεται ένα χωρίς νόημα ταξίδι για ένα χωρίς νόημα τέρμα. Καταφέρνουμε να ξεχνάμε ακόμα και το θάνατο και τελικά, εντελώς αιφνιδιαστικά, μέσα στις «απολαύσεις της ζωής» μας έρχεται τρομακτικός, αναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεί κατά καιρούς να παραδεχόμαστε τις ποικίλες «αμαρτίες» μας και να τις εξομολογούμαστε, όμως εξακολουθούμε να μην αναφέρουμε την ζωή μας σ’ εκείνη τη νέα ζωή που ο Χριστός αποκάλυψε και μας έδωσε. Πραγματικά ζούμε σα να μην ήρθε ποτέ Εκείνος. Αυτή είναι η μόνη πραγματική αμαρτία, η αμαρτία όλων των αμαρτιών, η απύθμενη θλίψη και τραγωδία όλων των κατ’ όνομα χριστιανών. 

Αν το αναγνωρίζουμε αυτό, τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι το Πάσχα και γιατί χρειάζεται και προϋποθέτει την Μεγάλη Σαρακοστή. Γιατί τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας και όλος ο κύκλος των ακολουθιών της υπάρχουν, πρώτα απ’ όλα, για να μας βοηθήσουν να ξαναβρούμε το όραμα και την γεύση αυτής της νέας ζωής, που τόσο εύκολα χάνουμε και προδίνουμε, και ύστερα να μπορέσουμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην Εκκλησία. Πως είναι δυνατόν να αγαπάμε και να επιθυμούμε κάτι που δεν το ξέρουμε; Πως μπορούμε να βάλουμε πάνω από καθετί άλλο στη ζωή μας κάτι που ποτέ δεν έχουμε δει και δεν έχουμε χαρεί; Με άλλα λόγια: πως μπορούμε, πως είναι δυνατόν να αναζητήσουμε μια Βασιλεία για την οποία δεν έχουμε ιδέα; Η λατρεία της Εκκλησίας ήταν πάντα από την αρχή και είναι ακόμα και τώρα η είσοδος και η επικοινωνία μας με τη νέα ζωή της Βασιλείας. Μέσα από την λειτουργική τη ζωή η Εκκλησία μας αποκαλύπτει εκείνα που «οφθαλμός ουκ οίδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (Κορ. 2,9). Και στο κέντρο αυτής της λειτουργικής ζωής, σαν καρδιά της και μεσουράνημα της – σαν ήλιος που οι ακτίνες του διαπερνούν καθετί– είναι το Πάσχα. Το Πάσχα είναι η πόρτα, ανοιχτή κάθε χρόνο, που οδηγεί στην υπέρλαμπρη Βασιλεία του Χριστού, είναι η προέλευση της αιώνιας χαράς που μας περιμένει, είναι η δόξα της νίκης η οποία από τώρα, αν και αόρατη, πλημμυρίζει όλη την κτίση: «νικήθηκε ο θάνατος». Ολόκληρη η λατρεία της εκκλησίας είναι οργανωμένη γύρω από το Πάσχα, γι’ αυτό και ο λειτουργικός χρόνος, δηλαδή η διαδοχή των εποχών και των εορτών, γίνεται ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα στο Πάσχα, που είναι το Τέλος και που ταυτόχρονα είναι η Αρχή . Είναι το τέλος όλων αυτών που αποτελούν τα «παλαιά» και η αρχή της «νέας ζωής», μια συνεχής «διάβαση» από τον «κόσμο τούτο» στην Βασιλεία που έχει αποκαλυφθεί «εν Χριστώ». 

Παρ’ όλα αυτά η «παλαιά» ζωή, η ζωή της αμαρτίας και της μικρότητας, δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί και να αλλάξει. Το Ευαγγέλιο περιμένει και ζητάει από τον άνθρωπο να κάνει μια προσπάθεια η οποία, στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα ο άνθρωπος, είναι ουσιαστικά απραγματοποίητη. Αντιμετωπίζουμε μια πρόκληση. Το όραμα, ο στόχος, ο τρόπος της νέας ζωής είναι για μας μια πρόκληση που βρίσκεται τόσο πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας! 

Γι’ αυτό, ακόμα και οι Απόστολοι , όταν άκουσαν την διδασκαλία του Κυρίου Τον ρώτησαν απελπισμένα: «τις άρα δύναται σωθήναι»; (Ματθ. 19,26). Στ’ αλήθεια δεν είναι καθόλου εύκολο να απαρνηθείς ένα ασήμαντο ιδανικό ζωής καμωμένο με τις καθημερινές φροντίδες, με την αναζήτηση των υλικών αγαθών, με την ασφάλεια και την απόλαυση και να δεχτείς ένα άλλο ιδανικό ζωής το οποίο βέβαια δεν στερείται καθόλου τελειότητας στο σκοπό του: «γίνεστε τέλειοι ως ο Πατήρ ημών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστιν». Αυτός ο κόσμος με όλα του τα «μέσα» μας λέει: να είσαι χαρούμενος, μην ανησυχείς, ακολούθα τον «ευρύ» δρόμο. 

Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο λέει: διάλεξε το στενό δρόμο, αγωνίσου και υπόφερε, γιατί αυτός είναι ο δρόμος για την μόνη αληθινή ευτυχία. Και αν η Εκκλησία δεν βοηθήσει πως θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτή την φοβερή εκλογή; Πως μπορούμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην υπέροχη υπόσχεση που μας δίνετε κάθε χρόνο το Πάσχα; Ακριβώς αυτή είναι η στιγμή που εμφανίζεται η μεγάλη Σαρακοστή. Αυτή είναι η «χείρα βοηθείας» που απλώνει σε μας η Εκκλησία. Είναι το σχολείο της μετανοίας που θα μας δώσει δύναμη να δεχτούμε το Πάσχα όχι σαν μια απλή ευκαιρία να φάμε, να πιούμε, να αναπαυτούμε, αλλά, βασικά, σαν το τέλος των «παλαιών» που είναι μέσα μας και σαν είσοδο μας στο «νέο». 

Στην αρχαία Εκκλησία ο βασικός σκοπός της Σαρακοστής ήταν να προετοιμαστούν οι «Κατηχούμενοι», δηλαδή οι νέοι υποψήφιοι χριστιανοί, για το βάπτισμα που, εκείνο τον καιρό, γινόταν στη διάρκεια της αναστάσιμης θείας Λειτουργίας. Αλλά ακόμα και τώρα που η Εκκλησία δεν βαφτίζει πια τους χριστιανούς σε μεγάλη ηλικία και ο θεσμός της κατήχησης δεν υπάρχει πια, το βασικό νόημα της Σαρακοστής παραμένει το ίδιο. Γιατί, αν και είμαστε βαφτισμένοι, εκείνο που συνεχώς χάνουμε και προδίνουμε είναι ακριβώς αυτό που λάβαμε στο Βάπτισμα. Έτσι το Πάσχα για μας είναι η επιστροφή, που κάθε χρόνο κάνουμε, στο βάπτισμα μας και επομένως η Σαρακοστή είναι η προετοιμασία μας για αυτή την επιστροφή ή αργεί η επίμονη προσπάθεια να πραγματοποιήσουμε τελικά την δική μας «διάβαση», το «Πάσχα» μας στην νέα εν Χριστώ ζωή. Το ότι, καθώς θα δούμε, οι ακολουθίες στην σαρακοστιανής λατρείας διατηρούν ακόμα και σήμερα τον κατηχητικό και βαπτισματικό χαρακτήρα, δεν είναι γιατί διατηρούνται «αρχαιολογικά», απομεινάρια, αλλά είναι κάτι το ζωντανό και ουσιαστικό για μας. Γι’ αυτό κάθε χρόνο η μεγάλη Σαρακοστή και το Πάσχα είναι, μια ακόμα φορά, η ανακάλυψη και η συνειδητοποίηση του τι γίναμε με τον «δια βαπτίσματος» μας θάνατο και την ανάσταση. 

Ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα! Καθώς το αρχίζουμε, καθώς κάνουμε το πρώτο βήμα στην χαρμολύπη της Μεγάλης Σαρακοστής βλέπουμε – μακριά, πολύ μακριά – τον προορισμό. Είναι η χαρά της Λαμπρής, είναι η είσοδος στην δόξα της Βασιλείας. Είναι αυτό το όραμα, η πρόγευση του Πάσχα, που κάνει την λύπη της Μεγάλης Σαρακοστής χαρά, φως, και την δική μας προσπάθεια μια «πνευματική άνοιξη». Η νύχτα μπορεί να είναι σκοτεινή και μεγάλη, αλλά σε όλο το μήκος του δρόμου μια μυστική και ακτινοβόλα αυγή φαίνεται να λάμπει στον ορίζοντα. 

«Μη καταισχύνης ημάς από της προσδοκίας ημών, φιλάνθρωπε!». 
Από το βιβλίο του π. Αλεξάνδρου Σμέμμαν, Μεγάλη Τεσσαρακοστή

22-02-2025
Alexander Schmemann 
ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ 
Πορεία προς το Πάσχα 
 Η προσευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρου 

Ανάμεσα σε όλες τις προσευχές και τους ύμνος της μεγάλης Σαρακοστής μια σύντομη προσευχή μπορεί να ονομαστεί η προσευχή της μεγάλης Σαρακοστής. Η παράδοση την αποδίδει σε έναν από τους μεγάλους δασκάλους της πνευματικής ζωής τον άγιο Εφραίμ του Σύρο. Να το κείμενο της προσευχής: 

Κυριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας, και αργολογίας μη μοι δως. Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής, και αγάπης χάρισε μοι τω σω δούλω. Ναι κύριε βασιλεύ, δώρισε μοι του όταν τα εμά πταίσματα, και μη κατακρίνεις τον αδερφό μου· ότι ευλογητός είναι εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Γιατί αυτή η σύντομη και απλή προσευχή κατέχει μια τόσο σημαντική θέση στην όλη λατρεία της μεγάλης Σαρακοστής; Διότι απαριθμεί, με ένα μοναδικό τρόπο, όλα τα αρνητικά και τα θετικά στοιχεία της μετανοίας και αποτελεί, θα λέγαμε, ένα «κανόνα ελέγχου» του προσωπικού μας αγώνα στην περίοδο της μεγάλης Σαρακοστής. Αυτός ο αγώνας σκοπεύει πρώτα απ’ όλα στην απελευθέρωση μας από μερικές βασικές πνευματικές ασθένειες που διαμορφώνουν την ζωή μας και μας κάνουν πραγματικά ανίσχυρους ακόμα και για να κάνουμε αρχή στροφής στο Θεό. 

Η βασική ασθένεια είναι η αργία είναι η παράξενη εκείνη τεμπελιά και η παθητικότητα ολόκληρης της ύπαρξης μας που πάντα μας σπρώχνει προς τα «κάτω» μάλλον παρά προς τα «πάνω» και που διαρκώς μας πείθει ότι δεν είναι δυνατό να αλλάξουμε και επομένως δε χρειάζεται να επιθυμούμε την αλλαγή. Είναι ένας βαθιά ριζωμένος κυνισμός που σε κάθε πνευματική πρόκληση απαντάει με το «γιατί;» και καταντάει τη ζωή μας μια απέραντη πνευματική φθορά. Αυτή είναι η ρίζα όλης της αμαρτίας γιατί δηλητηριάζει κάθε πνευματική ενεργητικότητα στην πιο βαθιά της πηγή. 

Το αποτέλεσμα της «αργίας», είναι η λιποψυχία. Είναι μια κατάσταση δειλίας που όλοι οι πατέρες της εκκλησίας την θεώρησαν το μεγαλύτερο κίνδυνο της ψυχής. Η λιποψυχία, η αποθάρρυνση, είναι η ανικανότητα του ανθρώπου να βλέπει κάθε τι καλό η θετικό! Είναι η αναγωγή των πάντων στον αρνητισμό και στην απαισιοδοξία. Είναι στ’ αλήθεια μια δαιμονική δύναμη μέσα μας γιατί ο Σατανάς είναι βασικά ένας ψεύτης. Ψιθυρίζει ψευτιές στον άνθρωπο για το Θεό και για τον κόσμο· Γεμίζει τη ζωή με σκοτάδι και αρνητισμό. Η λιποψυχία είναι η αυτοκτονία της ψυχής γιατί όταν ο άνθρωπος κατέχεται από αυτή είναι εντελώς ανίκανος να δει το φως και να το επιθυμήσει. 

Πνεύμα φιλαρχίας! Φαίνεται παράξενο πως η αργία και η λιποψυχία είναι ακριβώς εκείνα που γεμίζουν τη ζωή μας με τον πόθο της φιλαρχίας. Μολύνοντας όλη μας την τοποθέτηση απέναντι στη ζωή, κάνοντας την άδεια και χωρίς νόημα, μας σπρώχνουν ν’ αναζητήσουμε αντιστάθμισμα σε μια ριζικά λανθασμένη στάση απέναντι στα άλλα πρόσωπα. Αν η ζωή μου δεν είναι προσανατολισμένη προς το Θεό, αν δεν σκοπεύει σε αιώνιες αξίες, αναπόφευκτα θα γίνει εγωιστική και εγωκεντρική, πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι γίνονται τα μέσα για την δική μου αυτοϊκανοποίηση. Αν ο Θεός δεν είναι ο «Κύριος και Δεσπότης της ζωής μου», τότε το εγώ μου γίνεται ο κύριος και δεσπότης μου, γίνεται το απόλυτο κέντρο του κόσμου μου και αρχίζω να εκτιμώ καθετί με βάση τις δικές μου ανάγκες, τις δικές μου ιδέες, τις δικές μου επιθυμίες και τις δικές μου κρίσεις. Έτσι η επιθυμία της φιλαρχίας γίνεται η βασική μου αμαρτία στις σχέσεις με τις άλλες υπάρξεις, γίνεται μια αναζήτηση υποταγής τους σε μένα. Δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να εκφράζεται η φιλαρχία μου σαν έντονη ανάγκη να διατάζω και να κηδεμονεύω τους «άλλους». Μπορεί επίσης να εκφράζεται και σαν αδιαφορία, περιφρόνηση, έλλειψη ενδιαφέροντος, φροντίδας και σεβασμού. Και είναι ακριβώς η «αργία», μαζί με την «λιποψυχία» που απευθύνονται αυτή τη φορά προς τους άλλους. Έτσι συμπληρώνεται η πνευματική αυτοκτονία με την πνευματική δολοφονία. 

Τέλος είναι η αργολογία. Από όλα γενικά τα δημιουργήματα μόνον ο άνθρωπος προικίστηκε με το χάρισμα του λόγου. Όλοι οι Πατέρες βλέπουν σ’ αυτό το χάρισμα την ακριβή «σφραγίδα» της θείας εικόνας στον άνθρωπο γιατί ο ίδιος ο Θεός αποκαλύφθηκε σαν Λόγος (Ιωάννης. 1,1). Αλλά όντας ο λόγος το ύψιστο δώρο, έτσι είναι και ο ισχυρότερος κίνδυνος. Όπως είναι η κυρίαρχη έκφραση του ανθρώπου, το μέσο για την προσωπική του πλήρωση, για τον ίδιο λόγο, είναι και το μέσο για την πτώση του, για την αυτοκαταστροφή του, για την προδοσία και την αμαρτία. Ο λόγος σώζει και ο λόγος σκοτώνει· ο λόγος εμπνέει και ο λόγος δηλητηριάζει. Ο λόγος είναι το μέσο της Αλήθειας αλλά είναι και μέσο για το δαιμονικό ψέμα. Έχοντας μια βασικά θετική δύναμη ο λόγος, έχει ταυτόχρονα και μια τρομακτικά αρνητική. Ο λόγος δηλαδή δημιουργεί θετικά ή αρνητικά. Όταν αποσπάται από τη θεία καταγωγή και το θείο σκοπό του γίνεται αργολογία. «Ενισχύει» την αργία, την λιποψυχία και την φιλαρχία και μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση. Γίνεται η κυρίαρχη δύναμη της αμαρτίας. 

Αυτά τα τέσσερα σημεία Είναι οι αρνητικοί στόχοι της μετανοίας. Είναι τα εμπόδια που πρέπει να μετακινηθούν. Αλλά μόνο ο Θεός μπορεί να τα μετακινήσει . Ακριβώς γι’ αυτό και το πρώτο μέρος της προσευχής αυτής είναι μια κραυγή από τα βάθη της καρδιάς του αβοήθητου άνθρωπο. Στη συνέχεια η προσευχή κινείται στους θετικούς σκοπούς της μετανοίας που πάλι είναι τέσσερις. 

Σωφροσύνη! Αν δεν περιορίσουμε -πράγμα που συχνά και πολύ λαθεμένα γίνεται- την έννοια της λέξης σωφροσύνη μόνο στην σαρκική σημασία της, θα μπορούσε να γίνει κατανοητή σαν το θετικό αντίστοιχο της λέξης «αργία». «Αργία», πρώτα απ’ όλα, είναι η αδράνεια, το σπάσιμο της διορατικότητάς και της ενεργητικότητας μας, η ανικανότητα να βλέπουμε καθολικά, σφαιρικά. Επομένως αυτή η ολότητα είναι το εντελώς αντίθετο από την αδράνεια. Αν συνηθίζουμε με τη λέξη σωφροσύνη να εννοούμε την αρετή την αντίθετη από την σαρκική διαφθορά είναι γιατί ο διχασμένος χαρακτήρας μας, πουθενά αλλού δεν φαίνεται καλύτερα παρά στην σαρκική επιθυμία, που είναι αλλοτρίωση του σώματος από τη ζωή και τον έλεγχο του πνεύματος. Ο Χριστός επαναφέρει την «ολότητα» (τη σωφροσύνη) μέσα μας και το κάνει αυτό αποκαθιστώντας την αληθινή κλίμακα των αξιών, με το να μας οδηγεί πίσω στο Θεό. 

Ο πρώτος και υπέροχος καρπός της σωφροσύνης είναι η ταπεινοφροσύνη. Ήδη έχουμε μιλήσει για αυτή. Πάνω απ’ όλα είναι η νίκη της αλήθειας μέσα μας, η απομάκρυνση του ψεύδους μέσα στο οποίο συνήθως ζούμε. Μόνη η ταπεινοφροσύνη είναι άξια της αλήθειας· μόνο με αυτή δηλαδή μπορεί κανείς να δει και να δεχτεί τα πράγματα όπως είναι και έτσι να δει το Θεό, το μεγαλείο Του, την καλοσύνη Του και την αγάπη Του στο καθετί. Να γιατί, όπως ξέρουμε, ο θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». 

Μετά την σωφροσύνη και την ταπεινοφροσύνη, κατά φυσικό τρόπο, ακολουθεί η υπομονή. Ο «φυσικός» ή «πεπτωκός» άνθρωπος είναι ανυπόμονος, γιατί είναι τυφλός για τον εαυτό του, και βιαστικός στο να κρίνει και να καταδικάσει τους άλλους. Με διασπασμένη, ατελή και διαστρεβλωμένη γνώση των πραγμάτων που έχει, μετράει τα πάντα με βάση τις δικές του προτιμήσεις και τις δικές του ιδέες. Αδιαφορεί για τον καθένα γύρω του εκτός από τον εαυτό του, θέλει η ζωή του να είναι επιτυχημένη τώρα, αυτή τη στιγμή. Η υπομονή, βέβαια, είναι μια αληθινά θεϊκή αρετή. Ο Θεός είναι υπομονετικός όχι γιατί είναι «συγκαταβατικός» αλλά γιατί βλέπει το βάθος όλων των πραγμάτων, γιατί η εσωτερική πραγματικότητα τους, την οποία εμείς με την τυφλότητα μας δεν μπορούμε να δούμε, είναι ανοιχτή σε Αυτόν . Όσο πιο κοντά ερχόμαστε στο Θεό τόσο περισσότερο υπομονετικοί γινόμαστε και τόσο πιο πολύ αντανακλούμε αυτή την απέραντη εκτίμηση για όλα τα όντα, πράγμα που είναι η κύρια ιδιότητα του Θεού. 

Τέλος, το αποκορύφωμα και ο καρπός όλων των αρετών, κάθε καλλιέργειας και κάθε προσπάθειας, είναι η αγάπη. Αυτή η αγάπη που, όπως έχουμε πει, μπορεί να δοθεί μόνο από το Θεό, είναι το δώρο που αποτελεί σκοπό για κάθε πνευματική προετοιμασία και άσκηση. 

Όλα αυτά συγκεφαλαιώνονται στην τελική αίτηση της προσευχής του Αγίου Εφραίμ με την οποία ζητάμε: «…δώρισέ μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδερφό μου…» Εδώ τελικά δεν υπάρχει παρά μόνο ένας κίνδυνος: η υπερηφάνεια. Η υπερηφάνεια είναι η πηγή του κακού και όλο το κακό είναι η υπερηφάνεια. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι αρκετό για μένα να βλέπω τα «εμά πταίσματα» γιατί ακόμα και αυτή η φαινομενική αρετή μπορεί να μετατραπεί σε υπερηφάνεια. Τα πατερικά κείμενα είναι γεμάτα από προειδοποίησεις για την ύπουλη μορφή ψευτοευσέβειας η οποία στην πραγματικότητα με το κάλυμμα της ταπεινοφροσύνης και της αυτομεμψίας μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματικά δαιμονική υπερηφάνεια. Αλλά όταν βλέπουμε τα δικά μας σφάλματα και δεν κατακρίνουμε τους αδελφούς μας, όταν με άλλα λόγια, η σωφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη, η υπομονή και η αγάπη γίνονται ένα σε εμάς, τότε και Μόνο τότε ο αιώνιος εχθρός – υπερηφάνεια – θα εμφανιστεί μέσα μας.

Μετά από κάθε αίτηση στην προσευχή τούτη κάνουμε μια μετάνοια (γονυκλισία). Οι μετάνοιες δεν περιορίζονται στην προσευχή του Αγίου Εφραίμ αλλά αποτελούν ένα από τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά ολόκληρης της λατρείας της μεγάλης Σαρακοστής. Εδώ πάντως το νόημά τους αποκαλύπτεται περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού. 

Στη συνεχή και δύσκολη προσπάθεια της πνευματικής αναρρώσεως, η Εκκλησία δεν ξεχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Ο όλος άνθρωπος απομακρύνθηκε από το Θεό· ο όλος άνθρωπος πρέπει να ανορθωθεί, ο όλος άνθρωπος πρέπει να γυρίσει. Η καταστροφή της αμαρτίας υπάρχει όταν νικάει η σάρκα – το ζωώδες, το παράλογο, η σαρκική επιθυμία μέσα μας – το πνευματικό και το θείο. Αλλά το σώμα είναι δοξασμένο, το σώμα είναι άγιο, τόσο άγιο που ίδιος ο Θεός « σαρξ εγένετο». Η σωτηρία και η μετάνοια, επομένως, δεν είναι η περιφρόνηση του σώματος ούτε η παραμέληση του, αλλά είναι αποκατάσταση του σώματος στην πραγματική του λειτουργικότητα που είναι η έκφραση και η ζωή του πνεύματος, ο ναός της ανεκτίμητης ανθρώπινης ψυχής. Η χριστιανική ασκητική είναι αγώνας όχι κατά αλλά υπέρ του σώματος. Γι’ αυτό το λόγο ο όλος άνθρωπος – ψυχή και σώμα – μετανοεί. Το σώμα παίρνει μέρος στην προσευχή της ψυχής καθώς αυτή προσεύχεται μέσα στο σώμα και διά του σώματος. Έτσι οι γονυκλισίες, τα «ψυχοσωματικά» δείγματα της μετανοίας, της ταπεινοφροσύνης, της λατρείας και της υπακοής, είναι μια ιεροτελεστία κατεξοχήν της Μεγάλης Σαρακοστής.

15-02-2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ

«Όταν δε έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού» (Ματθ. κε’ 31). Όπως στην παραβολή του Ασώτου Υιού ο Θεός παρουσιάζεται σαν άνθρωπος, έτσι κι εδώ ο Χριστός ονομάζεται Υιός του ανθρώπου. Είναι Εκείνος, κανένας άλλος. Όταν έρθει για δεύτερη φορά στον κόσμο, η έλευσή Του δεν θα είναι άγνωστη και ταπεινή, όπως την πρώτη φορά, αλλά, φανερή, εν δόξη. Η δόξα αυτή είναι η ίδια που είχε ο Χριστός προαιώνια, προτού δημιουργηθεί ο κόσμος (πρβλ. Ιωάννης. ιζ’5), αλλά είναι και η δόξα της νίκης κατά του Σατανά, του παλιού κόσμου και του θανάτου. Δεν θα έρθει μόνος Του, μα μαζί με όλους τους αμέτρητους αγγέλους Του. Θα έρθει μαζί τους επειδή, σαν υπηρέτες του Θεού και στρατιώτες Του που ήταν, έλαβαν μέρος στον πόλεμο κατά του πονηρού και στην νίκη εναντίον του. Χαίρετε να μοιράζεται την δόξα του μαζί τους. Για να δοθεί έμφαση στην μεγαλειώδη φύση αυτού του γεγονότος, αναφέρεται ιδιαίτερα πως όλοι οι άγγελοι θα έρθουν μαζί με τον Κύριο. Δεν υπάρχει άλλο γεγονός που να αναφέρεται πως ήταν παρόντες όλοι οι άγγελοι του Θεού. Εμφανίζονται πάντα σε μεγαλύτερο η μικρότερο πλήθος. Στην τελική κρίση όμως θα είναι όλοι παρόντες, συγκεντρωμένοι γύρω από το Βασιλιά της δόξης. 

Πολλοί προφήτες, είτε αρχαίοι είτε μεταγενέστεροι, είδαν τον θρόνο της δόξας του Θεού (Ης. στ’1, Δαν. ζ’9, Αποκ. δ’2, κ’4). Ο θρόνος Αυτός αποτελείται από τις αγγελικές δυνάμεις, πάνω στις οποίες επικάθεται ο Κύριος. Είναι ο θρόνος της δόξας, της νίκης, όπου κάθεται ο ουράνιος Πατέρας και όπου πήρε τη θέση του ο Κύριος Ιησούς μετά τη νίκη Του (Αποκ’ γ’21). 

Πόσο μεγαλόπρεπη θα είναι η έλευση του Κυρίου, που θα περιβάλλεται από τόσο ιδιαίτερα και φοβερά γεγονότα! Ο προφήτης Ησαΐας είχε προφητεύσει: «Ιδού γαρ Κύριος ως πυρ ήξει και ως καταιγίς τα άρματα αυτού» (Ησαΐας ξστ’15) Ο Δανιήλ είδε και είπε πως «ποταμός πυρός είλκε έμπροσθεν αυτού· χίλιαι χιλιάδες ελειτούργουν αυτώ· κριτήριον εκάθησε και βίβλοι ηνεώχθησαν» (Δαν. ζ’10). 

Όταν ο Κύριος έρθει με δόξα πολλή και καθίσει στο θρόνο Του, τότε «συναχθήσονται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και αφοριεί αυτούς απ’ αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων, και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τά δε ερίφια εξ ευωνύμων (Ματθ. κε’32-33). Τότε θα συναχθούν μπροστά Του όλα τα έθνη της γης και θα τους χωρίσει, όπως ο τσοπάνος χωρίζει τα πρόβατα από τα ερίφια. Τα πρόβατα θα τα βάλει στα δεξιά Του και τα ερίφια στα αριστερά Του. 

Πολλοί από τους πατέρες προβληματίστηκαν σχετικά με το χώρο όπου ο Χριστός θα κρίνει όλα τα έθνη. Αναφερόμενοι στον προφήτη Ιωήλ, συμπεραίνουν πως η κρίση θα γίνει στην κοιλάδα Ιωσαφάτ, όπου ο βασιλιάς εκείνος χωρίς να πολεμήσει, χωρίς να χρησιμοποιήσει όπλα, είχε ενάντια στους Μωαβίτες και τους Αμμωνίτες μια πολύ σπουδαία νίκη, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη μείνει κανένας τους ζωντανός. «Εξεγειρέσθωσαν και αναβαινέτωσαν πάντα τα έθνη εις την κοιλάδα Ιωσαφάτ, διότι εκεί καθιώ του διακρίναι πάντα τα έθνη κυκλόθεν», είπε ο προφήτης Ιωήλ (δ’12). 

Ίσως ο θρόνος του Κυρίου να στηθεί πάνω από την κοιλάδα αυτή, μα δεν υπάρχει κοιλάδα στον κόσμο που να μπορεί να χωρέσει όλα τα έθνη και τους λαούς της γης, ζωντανούς και νεκρούς, από την αρχή ως το τέλος του κόσμου, που βέβαια θα είναι πολλά δισεκατομμύρια. Ολόκληρη η επιφάνεια της γης, μαζί με τους ωκεανούς, δεν θα μπορούσε να δώσει τόσο χώρο ώστε να συγκεντρωθούν εκεί όλοι οι άνθρωποι που έζησαν από καταβολής κόσμου στη γη. Αν αυτή ήταν απλά συγκέντρωση ψυχών, τότε ίσως θα μπορούσε να τους μαζέψει όλους κανείς στην κοιλάδα Ιωσαφάτ. Αφού όμως θα συγκεντρωθούν άνθρωποι με τα σώματα τους (γιατί οι νεκροί θα αναστηθούν και σωματικά), τότε τα λόγια του προφήτη θα πρέπει να τα κατανοήσουμε συμβολικά. Η κοιλάδα Ιωσαφάτ είναι ο κόσμος ολόκληρος, από τη μακρινή ανατολή, ως την μακρινή δύση. Και όπως ο Θεός κάποτε έδειξε την δύναμη του στην κοιλάδα Ιωσαφάτ, έτσι και την εσχάτη μέρα θα δείξει την ίδια δύναμη και θα κρίνει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. 

Και αφοριεί αυτούς απ’ αλλήλων. Όλοι εκείνοι που συγκεντρώθηκαν θα διαχωριστούν σε μια στιγμή, με τον ίδιο τρόπο που ο τσοπάνος στέλνει με την φωνή του τα πρόβατα από τη μια μεριά και τα ερίφια από την άλλη. Μερικοί από τους συγκεντρωμένους θα πάνε αριστερά και οι άλλοι δεξιά. Και όλα θα γίνουν ξαφνικά, σαν να τους σπρώχνει μια ακαταμάχητη μαγνητική δύναμη με τέτοιο τρόπο, ώστε κανένας να μην μπορεί να κινηθεί από αριστερά προς τα δεξιά ή από τα δεξιά προς τα αριστερά. 

«Τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού· δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου»(Ματθ. κε’34).Τότε ο βασιλιάς θα στραφεί προς αυτούς που βρίσκονται στα δεξιά του και θα τους πει: ελάτε εσείς, οι ευλογημένοι του πατέρα μου, να κληρονομήσετε την βασιλεία των ουρανών, που έχει ετοιμαστεί για σας από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος. Στην αρχή ο Χριστός ονομάζει τον εαυτό Του Υιό του Ανθρώπου, δηλαδή Υιό του Θεού. Εδώ ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό Του Βασιλιά, γιατί του δόθηκαν η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα. Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου. Εκείνοι που ο Χριστός καλεί έτσι, είναι πραγματικά ευλογημένοι. Γιατί η ευλογία του Θεού περιέχει μέσα της όλα τα αγαθά, καθώς και την χαρά και την χάρη του ουρανού. Γιατί ο Κύριος δε λέει «ευλογημένοι μου» αλλά «ευλογημένοι του Πατέρα Μου»; Γιατί είναι ο μοναδικός Υιός του Θεού, ο Μονογενής και άκτιστος προαιωνίως και στους αιώνες των αιώνων. Και οι δίκαιοι είναι με τη χάρη του Θεού αδερφοί του Χριστού εξ υιοθεσίας. 

Ο Θεός καλεί τους δίκαιους να μπουν στην βασιλεία που έχει προετοιμάσει για αυτούς από καταβολής κόσμου. Αυτό σημαίνει πως ο Θεός, προτού ακόμα δημιουργήσει τον άνθρωπο, είχε προετοιμάσει την βασιλεία γι’ αυτόν. Προτού πλάσει τον Αδάμ ήταν όλα φτιαγμένα για τη ζωή του στον παράδεισο. Ολόκληρη βασιλεία, υπέροχη και ολοφώτεινη, που περίμενε το βασιλιά της. Μετά ο Θεός οδήγησε τον Αδάμ στην βασιλεία αυτή, και η βασιλεία συμπληρώθηκε. Ο Θεός προετοίμασε την βασιλεία για τους δίκαιους από την αρχή. Μόνο τους αφέντες της περίμενε, με το Χριστό ως βασιλιά αρχηγό. 

Ο Κριτής κάλεσε τους δίκαιους την βασιλεία Του και αμέσως μετά εξήγησε γιατί τους την χάριζε: «επείνασα γαρ, και δώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επισκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήρθατε πρός με» (Ματθ. κε’35-37). Γιατί πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος κι εσείς με φιλοξενήσατε στο σπίτι σας, ήμουν γυμνός και με ντύσατε, αρρώστησα και με επισκεφτήκατε, ήμουν στη φυλακή κι εσείς ήρθατε να με δείτε. Ακούγοντας αυτή την θαυμάσια εξήγηση, οι δίκαιοι ζήτησαν διστακτικά και ταπεινά από το βασιλιά να τους πει πότε τον είδαν πεινασμένο και διψασμένο, γυμνό και άρρωστο και πότε τα έκαναν όλα αυτά σε Εκείνον. Και στην ερώτηση αυτή ο βασιλιάς έδωσε πάλι την θαυμάσια αυτή απάντηση: «Αμήν λέγω υμίν, εφόσον εποιησατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιησατε» (Ματθ. κε’40). Αφού όλα αυτά τα εκάνατε στους ελάχιστους και ταπεινούς αδελφούς μου, είναι σα να τα εκάματε σε μένα τον ίδιο. 

Όλη αυτή η ερμηνεία έχει δύο όψεις, μία εξωτερική και μία εσωτερική. Η εξωτερική ερμηνεία είναι σαφής στον καθένα. Εκείνος που τρέφει τον πεινασμένο, ξεδιψάει τον διψασμένο, ντύνει το γυμνό και στεγάζει τον άστεγο, είναι σα να τα κάνει όλα αυτά στον ίδιο τον Κύριο. Εκείνος που επισκέπτεται τους αρρώστους η τους φυλακισμένους, είναι σα να τα κάνει αυτά στον Κύριο. Αναφέρεται και στην Παλαιά Διαθήκη σχετικά πως «δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν, κατά δε το δόμα αυτού ανταποδώσει αυτώ» (Παρ. ιθ’17). Εκείνος που ελεεί τον φτωχό, είναι σα να δανείζει τον Θεό, που ανάλογα με το τι έδωσε, θα του το ανταποδώσει. Ο Κύριος, μέσα από εκείνους που ζητούν την βοήθεια μας, δοκιμάζει τις καρδιές μας. Ο Θεός δεν χρησιμοποιεί τίποτα δικό μας για λογαριασμό Του. Δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Εκείνος που δημιούργησε το ψωμί, δεν μπορεί να πεινάσει. Εκείνος που δημιούργησε το νερό, δε γίνεται να διψάσει. Αυτός που ντύνει την κτίση ολόκληρη δεν μπορεί να είναι γυμνός, ούτε και να αρρωστήσει αυτός που είναι η πηγή της υγείας. Ούτε και γίνεται να αιχμαλωτιστεί ο Κύριος των Κυρίων. 

Ο Θεός ζητά από μας να δίνουμε ελεημοσύνη, ώστε με αυτόν τον τρόπο να μαλακώσουν οι καρδιές μας, να γίνουν πιο σπλαχνικές. Θα μπορούσε ο Θεός με την παντοδυναμία Του να κάνει δια μιας όλους τους ανθρώπους πλούσιος, χορτασμένους, ντυμένους και ευχαριστημένους. Αλλά αφήνει τους ανθρώπους να δοκιμάσουν την πείνα και την δίψα, την αρρώστια, την φτώχεια και την δυστυχία για δύο λόγους. Πρώτα, ώστε εκείνοι που υποφέρουν από όλα αυτά να μπορέσουν έτσι να μαλακώσουν την καρδιά τους, να γίνουν πιο σπλαχνικοί και να έρθουν πιο κοντά στο Θεό, να τον προσκυνήσουν με πίστη και προσευχή. Δεύτερο, ώστε ο άνθρωπος μέσα από τα δικά του βάσανα να κατανοήσει και τους άλλους, με την ταπείνωση του να κατανοήσει την ταπείνωση των άλλων. Έτσι θα καταλάβει την αδελφότητα και την ενότητα όλων των ανθρώπων μέσα από τον Ζώντα Θεό, το Δημιουργό και δοτήρα όλων των επιγείων αγαθών. Ο Θεός ζητά από μας να γίνουμε ελεήμονες, να έχουμε πάνω απ’ όλα έλεος. Γνωρίζει πως το έλεος είναι ο τρόπος για ν’ αποκαταστήσει ο άνθρωπος την πίστη στο Θεό, την ελπίδα στο Θεό και την αγάπη για το Θεό.

01-02-2025
Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου

Να λοιπόν που φτάσαμε στην πρώτη αυτή η Κυριακή του Τριωδίου που μας προετοιμάζει απευθείας για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή . Και η εκκλησία, παίρνοντας ως θέμα της Κυριακής αυτής το ευαγγέλιο του Τελώνου και του Φαρισαίου (Λουκ. ιη’ 10-14), μας προσανατολίζει αμέσως προς το ουσιώδες. Το ουσιώδες της Σαρακοστής δεν είναι η νηστεία, είναι η ταπείνωση, η ταπείνωση της ψυχής. Και όπως έχουν πει ορισμένοι Πατέρες, σκοπός της νηστείας δεν είναι να δυναμώσει την θέληση μας, δεν είναι να μας βοηθήσει να τιθασεύσουμε την σάρκα μας. Κύριος σκοπός της νηστείας είναι να ταπεινωθεί η ψυχή μας. Να φανερώσουμε με μία εξωτερική συμπεριφορά, η οποία περιλαμβάνει ολόκληρο το είναι μας, μαζί και το σώμα μας, την ταπείνωση της ψυχής. Την ταπείνωση, την τόσο σημαντική, που σήμερα την έχουμε ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ο Άγιος Αντώνιος, τον 4ο αιώνα, έλεγε: «Είδα τις παγίδες του διαβόλου απλωμένες σε όλη τη γη· και αναρωτήθηκα: ποιος άραγε μπορεί να τις αποφύγει; Και άκουσα μια φωνή από τον ουρανό να μου απαντά: η ταπεινοφροσύνη!» 

Πράγματι, αν δούμε τον κόσμο έτσι όπως είναι γύρω μας σήμερα, νομίζω ότι ο λόγος αυτός του Αγίου Αντωνίου, αυτή η διαπίστωση που έκανε για την εποχή του, σήμερα είναι πιο αληθινή από ποτέ. Τα δίχτυα του διαβόλου είναι απλωμένα σε όλο τον κόσμο. Ο Σατανάς παραμένει και είναι, περισσότερο από οποτεδήποτε άλλοτε, ο άρχων του κόσμου τούτου. Παντού συναντούμε πειρασμούς, τα πάντα μας παρακινούν να ζούμε αντίθετα από το Ευαγγέλιο, αλλά αυτό ακριβώς που μας απαλλάσσει από αυτόν τον μολυσμό είναι η ταπεινοφροσύνη· αυτή για την οποία κάποιοι Πατέρες μας λένε ότι, κατά κάποιον τρόπο, μπορεί να είναι αρκετή για να μας σώσει. Βεβαίως, όλες οι χριστιανικές αρετές είναι αναγκαίες, αλλά συνοψίζονται στην ταπεινοφροσύνη. Μπορεί να μην τα καταφέρνουμε σε πολλές από τις χριστιανικές αρετές, αν όμως έχουμε ταπεινοφροσύνη, μπορεί να αρκεί για να μας ανεβάσει ως τον ουρανό. Διότι η ταπεινοφροσύνη αυτή, όπως πάλι λένε οι Πατέρες μας, δεν είναι απλώς μια αρετή ανάμεσα στις άλλες, αλλά – έτσι διδάσκει ένας από τους Πατέρες της ερήμου – είναι το άρτυμα που νοστιμίζει όλες τις αρετές, και οφείλει να αρωματίζει ολόκληρη την πνευματική μας ζωή. 

Ό,τι κι αν κάνουμε στην πνευματική μας ζωή, όποιες και αν είναι οι νηστείες και τα καλά μας έργα, δεν έχουν αξία στα μάτια του θεού, αν δεν καρυκεύωντε από το αλάτι της ταπεινοφροσύνης. 

Τι είναι, όμως, η ταπεινοφροσύνη; Ε, λοιπόν και εδώ οι άγιοι Πατέρες μας λένε ότι δεν μπορούμε να εκφράσουμε τι είναι ταπεινοφροσύνη, επειδή αυτή είναι κάτι καθαρά θεϊκό. Και όπως δεν μπορούμε να ορίσουμε την ουσία του Θεού, έτσι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε και τι είναι στην ουσία της η ταπεινοφροσύνη. Πράγματι, είναι κάτι θείο. Ο Χριστός μας είπε: « Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Μάτθ. ια’ 29). Ναι, ο Θεός είναι ταπεινός. Όχι μόνον ο Χριστός ως άνθρωπος, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, ο Θεός μέσα στην ίδια του τη θεότητα είναι ταπεινός· δηλαδή δεν αποτελεί εγωκεντρική κατάφαση του Εαυτού Του, αλλά ο Θεός είναι αγάπη, είναι ολοκληρωτική αυτοπροσφορά. Με αυτή την έννοια ο Θεός είναι ταπείνωση, και η ταπείνωση θείο πραγματικά ιδίωμα και μετοχή στο ίδιο το «είναι» του Θεού. Ώστε, κι αν δεν μπορούμε να εκφράσουμε, αν δεν μπορούμε να γνωρίζουμε στ’ αλήθεια τι είναι η φύση του Θεού, μπορούμε ήδη να την γευόμαστε ως ταπείνωση, στο βαθμό που την ασκούμε. Και πως την ασκούμε; Σύμφωνοι, δεν μπορούμε να ξέρουμε τι είναι η ταπείνωση στην φύση της, αλλά οι άγιοι Πατέρες αποκαλύπτουν την οδό, μας φανερώνουν το δρόμο που οδηγεί εκεί. Και αυτό είναι το σημαντικό για μας. Ποιος είναι ο δρόμος αυτός; Πολλά πράγματα, πολλές πτυχές της πνευματικής ζωής οδηγούν στην ταπείνωση. Αλλά τρία πράγματα, πιστεύω, είναι τα σημαντικότερα. 

Καταρχάς, να μη μιμηθούμε τον Φαρισαίο αλλά αντιθέτως να μιμηθούμε τον τελώνη. Να μη θεωρούμε τους εαυτούς μας καλύτερους από τους άλλους. Να μην τους κρίνουμε. Διότι στον βαθμό που δεν κρίνουμε τους άλλους, είτε εξωτερικά με τα λόγια μας είτε μέσα μας – βλέπετε τα λόγια είναι πάντοτε έκφραση των λογισμών μας – μπορούμε να φτάσουμε στην ταπεινοφροσύνη. Αντιθέτως, αν κρίνουμε τους άλλους, αν έχουμε για αυτούς λόγους κρίσεως και κατακρίσεως, παίρνουμε δρόμο αντίθετο προς την ταπεινοφροσύνη, μιμούμαστε το Φαρισαίο και δεν θα δικαιωθούμε, θα αποκοπούμε από τον Θεό. Αν πάλι συνεχώς αναγνωρίζουμε ότι σφάλλουμε ενώπιον του Θεού, όπως ο τελώνης, αν λυπούμαστε για τις αμαρτίες μας και της αναγνωρίζουμε, ταπεινώνοντας έτσι τον εαυτό μας ενώπιον του Θεού, ε…τότε ναι, βαδίζουμε την οδό της ταπεινοφροσύνης. Γι’ αυτό και η ευχή του Ιησού είναι παρούσα στην προσευχή του Τελώνη ( της έλειπε όμως το όνομα του Ιησού αυτό το όνομα το τόσο σημαντικό, που εισήγαγε μετά η παράδοση): «Κύριε , ελέησόν με τον αμαρτωλό!» και δεν πρέπει να λείπει από τα χείλη μας. Μόνο στον βαθμό που η στάση αυτή του Τελώνη θα σφραγίσει βαθιά το πνεύμα και την καρδιά μας, θα μπορέσουμε, αλλά και θα οφείλουμε, να ευχαριστούμε αδιαλείπτως τον Κύριο . Όχι όπως το έκανε ο Φαρισαίος, που ευχαριστούσε τον Θεό επειδή δεν ήτανε όπως οι λοιποί των ανθρώπων με το ένα ή το άλλο ελάττωμα, αλλά θα Τον ευχαριστούμε επειδή, ενώ δεν είμαστε πάρα φτωχοί αμαρτωλοί που δεν έχουμε τίποτε, Εκείνος μας έχει γεμίσει με τα δώρα Του. Και αυτή ακόμη η ευχαριστία είναι και πάλι σημείο ταπεινοφροσύνης. Άρα, το πρώτο βήμα προς την ταπεινοφροσύνη είναι το να καταδικάζουμε τον εαυτό μας, να αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας, και ποτέ να μην κατηγορούμε, ποτέ να μην κρίνουμε και να κατακρίνουμε τους άλλους. 

Στη συνέχεια οι Πατέρες μας συνιστούν, όσο οδό προς την ταπείνωση, την υπακοή. Έχει σημασία εξ άλλου ότι ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος στο έργο του «Ουρανοδρόμος Κλίμαξ»– το βιβλίο αυτό που η Εκκλησία συνιστά να μελετούν όλοι οι χριστιανοί, κυρίως κατά την μεγάλη Τεσσαρακοστή– ο Άγιος λοιπόν αυτός δεν μιλάει για την ταπεινοφροσύνη στην αρχή της Κλίμακος του, αλλά το κάνει σε μία από τις τελευταίες βαθμίδες, την 25η. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ταπεινοφροσύνη δεν είναι αναγκαία ήδη από την αρχή της πνευματικής ζωής. Αλλά δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την γεύση, το άρωμα της ταπεινοφροσύνης, παρά μόνο όταν έχει καλά ριζώσει μέσα μας. 

Γι’ αυτό και ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μιλάει πρώτα, ήδη από την αρχή της Κλίμακος, για την υπακοή: υπακοή ως εκκοπή του ιδίου θελήματος. Η υπακοή δεν είναι κάτι που ζητείται μόνο από τους μοναχούς, δεν είναι υποχρέωση που αναλαμβάνει μόνο όποιος εισέρχεται στην μοναστική ζωή. Για να υπακούμε δεν είναι ανάγκη να έχουμε κάποιον Ηγούμενο, να ζούμε σε Αδελφότητα … Κάθε χριστιανός οφείλει να ασκεί την υπακοή. Και όχι μόνο έναντι όσων έχουν εξουσία μέσα στην Εκκλησία, αλλά, όπως λέει ο Άγιος Βενέδικτος, ο πατέρας των μοναχών της Δύσεως, οι χριστιανοί πρέπει να υπακούουν ο ένας στον άλλο. Να έχουν δηλαδή όλοι το πνεύμα αυτό της παραίτησης από το θέλημά τους, της απάρνησης των προτιμήσεων και των γούστων τους, των μικρών προσωπικών τους φαντασιώσεων, ώστε να υποχωρούν εύκολα στους άλλους, όταν δεν διακυβεύεται κάτι το σημαντικό, όταν πρόκειται απλώς για γούστα, προτιμήσεις, συγκεκριμένες ιδέες που έχουμε και, το επαναλαμβάνω, δεν αφορούν σε τίποτε το ουσιώδες στη ζωή μας. Η στάση αυτή της υπακοής, της παραίτησης από το θέλημά μας, η στάση κατά την οποία δίνουμε προτεραιότητα στους άλλους και όχι στον εαυτό μας, το να προτιμούμε το δικό του συμφέρον έναντι του δικού μας, τις δικές τους επιθυμίες αντί των δικών μας, είναι πολύ σημαντική, αν θέλουμε να προχωρήσουμε προς την ταπείνωση. Και αντίστροφα, αν δεν έχουμε αυτή την υπακοή, αν προκρίνουμε πάντα το δικό μας θέλημα, αν θέλουμε πάντα να αυτοεπιβεβαιωνόμαστε και να ακολουθούμε τις προτιμήσεις και φαντασιώσεις μας, τότε δεν θα φτάσουμε ποτέ στην ταπείνωση δεν θα πετύχουμε ποτέ την εν Χριστώ σωτηρία. 

Τέλος, ένα τρίτο σημείο. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος κυρίως, αλλά και ο Άγιος Δωρόθεος της Γαζης, επιμένουν ως προς την εξωτερική συμπεριφορά, τις εξωτερικές στάσεις στις οποίες μεταφράζεται η ταπεινοφροσύνη. Είμαστε σώμα και ψυχή, και οι εξωτερικές αυτές στάσεις συμβάλλουν στο να ριζώσει η ταπείνωση και να αυξάνει μέσα μας. Ο Τελώνης σκύβει, χτυπά το στήθος του, εξ’ού και η σημασία που έχει στην προσευχή μας η στάση που παίρνουμε, οι μετάνοιες, μικρές και μεγάλες που κάνουμε, της οποίας η Εκκλησία περιλαμβάνει στη θεία λατρεία κυρίως κατά την Σαρακοστή, αλλά και οι οποίες έχουν θέση σημαντική στον δικό μας κανόνα της ατομικής προσευχής. Και μετά, στην καθημερινή μας ζωή, υπάρχουν τόσοι τρόποι με τους οποίους προσπαθούμε Να επιβληθούμε στους άλλους, προσπαθούμε να επιβεβαιωθούμε ως ανώτεροι τους, είτε πρόκειται για το ντύσιμο είτε για τα αντικείμενα που χρησιμοποιούμε. Η απλότητα, η ταπεινοφροσύνη σε όλα αυτά, έχουν σημασία στην προσπάθεια μας. Όπως και πάλι λένε οι άγιοι πατέρες: «δεν νιώθεις το ίδιο – μιλούσαν σε ανθρώπους του 4ου ή του 5ου ή του 6ου αιώνα – δε νιώθεις το ίδιο αν πηγαίνεις ανεβασμένος σε γάιδαρο ή σε μεγαλοπρεπή άμαξα». 

Αντίστοιχα δε νιώθεις το ίδιο, αν έχεις ένα πολυτελές αυτοκίνητο που ταπεινώνει τους άλλους η αν έχεις κάτι χρηστικό και απλό. Δεν νιώθουμε το ίδιο, όταν το αυτοκίνητο μας αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες και όταν κινούμαστε με ένα αμάξι μέτριων επιδόσεων. Η προσοχή σε όλα αυτά είναι άλλος ένας τρόπος να ασκούμε την ταπεινοφροσύνη. Μπορεί να φαίνονται ασήμαντα, δεν είναι όμως. Ακόμη και με τον τρόπο που οδηγούμε μπορούμε να ταπεινοφρονούμε ή να εκδηλώνουμε την υπερηφάνεια που μας διακατέχει. Μπορούμε να κάνουμε την ταπεινοφροσύνη να ριζώσει μέσα μας και μπορούμε, αντιθέτως, να υιοθετούμε υπερήφανη στάση και να αυξάνουμε τον εγωισμό μέσα μας. Ναι, σε όλη μας την καθημερινότητα, στα πιο απλά, στα πιο καθημερινά, τα πιο συνηθισμένα μπορούμε να δουλέψουμε ταπεινώνοντας εις βάθος την ψυχή μας, η αντίθετα να μιμούμαστε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τον Φαρισαίο. 

Είθε το ευαγγέλιο της Κυριακής αυτής να μας παρακινήσει να στραφούμε μέσα μας, να δούμε τι κάνουμε στο θέμα της ταπεινοφροσύνης ή τουλάχιστον αν έστω ξεκινάμε. Δεν κρίνουμε; Δεν κατακρίνουμε; Δεν εκφέρουμε λόγους κριτικής; Ξέρουμε να δίνουμε στην όλη συμπεριφορά μας, στον όλο τρόπο διαβίωσης μας το άρωμα της ταπεινοφροσύνης η αντιθέτως προσπαθούμε να επιβληθούμε στους άλλους, να διακρινόμαστε από αυτούς, να επιβεβαιωνόμαστε κατά τρόπους που φανερώνουν, ανεπαίσθητα Ίσως αλλά επικίνδυνα, ότι έχουμε εγωισμό; 

Είθε να αποφύγουμε καθετί που μοιάζει με τη στάση του Φαρισαίου και πρότυπο μας να γίνει ο Τελώνης της Ευαγγελικής περικοπής. Τότε μόνον η ταπεινοφροσύνη θα γεμίσει την καρδιά μας, η ταπεινοφροσύνη αυτή με την οποία μιμούμαστε τον Χριστό, δυνάμει του Παναγίου Πνεύματος,  προς δόξαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, εις τους αιώνας. Αμήν.

11-01-2025
Κυριακή μετά τα Φώτα 

Γέροντα, τι σημαίνει σιωπή και τι σχέση έχει με την προσευχή; 

Σιωπή σημαίνει να μην λέγω πολλές κουβέντες, κυρίως όμως να σιωπά ο νους μου, να μην έχω λογισμούς και φαντασίες. Η λογισμοί και οι φαντασίες είναι τα όνειρά της ημέρας, του ξύπνιου. Οι φαντασίες είναι πιο χοντρές, ενώ οι λογισμοί είναι πιο λεπτοί και ύπουλοι. Και στα δύο μπαίνει ο σατανάς, προπάντων όμως ο σατανάς βγάζει αυτά που υπάρχουν ήδη μέσα μας και μας αρέσουν, που τα τρέφουμε και τα γαλουχούμε, τα αγκαλιάζουμε και τα φιλούμε. Αυτά είναι τα ενδιαφέροντά μας, τα αντικείμενα της στοργής μας, η απασχόλησης μας, τα μωρά μας, που τα αγαπάμε. Πόσα μωρά έχουμε που τους δίνουμε το γάλα της ψυχής μας και το ρουφάνε, το ρουφάνε και μας σκοτίζουν! Και αφού μας φάνε το γάλα, στο τέλος μας αρπάζουν σαν βδέλλες και το αίμα της καρδιάς μας κι εμείς είδηση δεν παίρνουμε. 

Ιδιαίτερα ο νους μου πρέπει να σιωπά, όταν προσεύχομαι. Τότε πρέπει να λείπει από την ύπαρξή μου καθετί το γήινο, να μη σκέφτομαι τίποτε, ούτε το φαγητό, ούτε να διερωτώμαι με ποια μέθοδο να λέγω την ευχή του Ιησού. Όταν λοιπόν εγώ ο αμαρτωλός σταθώ ενώπιον του Αγίου και ένδοξου Θεού, το περιβάλλον που μπορεί να με βοηθήσει σημαντικά, για να νιώσω τον Θεό καλύτερα, είναι το περιβάλλον της σιωπής, στο οποίο δεν μιλάει το μυαλό μου, οι αναμνήσεις μου, η λογική μου, η δικαιοσύνη μου, η απολογία μου. Ο νους του ανθρώπου είναι ο κυβερνήτης, ο ηγεμών, που μπορεί να επικοινωνήσει με τον ηγεμόνα Θεό, όπως οι σοβαρές κοσμικές συνεννοήσεις γίνονται σε συναντήσεις κορυφής, έτσι και η συνάντηση μας με το Θεό γίνεται στο νου μας. Η σάρκα μας δεν μπορεί να μιλήσει στο Θεό, διότι δεν καταλαβαίνει. Ο νους, το πνεύμα μας το ηγεμονικό θα μιλήσει στο Θεό. Η σάρκα απλώς ακολουθεί. Αλλά ο νους με αυτό που ασχολείται, σε αυτό στρέφει την προσοχή του και αυτό επιτυγχάνει. Αν ανθρώπινα ενδιαφέροντά ελκύουν την προσοχή μου, αυτά σαν ρουκέτες, σαν βέλη, σαν φλόγες μπαίνουν στο μυαλό μου, στην καρδιά μου, στην φαντασία μου, σε όλο το επιθυμητικό μου και αυτά με απασχολούν και με κάνουν να ξεχνώ τον Θεό. Όποιος δεν έχει τέτοια ενδιαφέροντα, είναι συνεχώς στραμμένος στον Χριστό και ό,τι κι αν του πουν και όποιες δυσκολίες κι αν συνάντηση, αυτός διατηρεί την ειρήνη και την γαλήνη του. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Τον οδηγούσαν στην εξορία, στην Κουκουσό, ήταν άρρωστος, παντού συναντούσε κατατρεγμούς. Πάγωνε στο κελλάκι του, διότι δεν είχε φωτιά, και αν θα άναβε, γέμιζε καπνό από τα υγρά ξύλα, τα μάτια του δάκρυζαν, δεν μπορούσε να αναπνεύσει, πάθαινε ασφυξία, και όμως, μόλις λιγάκι ανέπνεε, έλεγε δόξα σοι ο Θεός πάντων ένεκεν. Μόνο κανένα γράμμα μπορούσε να στείλει στα παιδιά του, και αυτό με πολύ φόβο, μην τυχόν πέσει στα χέρια κάποιου από τους εχθρούς του. Φώναζε τον γραμματέα του να γράψει γράμμα στην Ολυμπιάδα ή σε κάποιον επίσκοπο, για να εκλέξουν ορθόδοξο επίσκοπο σε χηρεύουσα έδρα. Μόνο για την Εκκλησία και τον Χριστό δεν σταματούσε να ενδιαφέρεται. Αυτός είναι ο σιωπηλός άνθρωπος, ο άνθρωπος του Θεού, και φαίνεται στις δυσκολίες. Εάν λέγω ότι αγαπώ τον Θεό, αλλά ασχολούμαι με οτιδήποτε η ερωτώ οτιδήποτε, αυτό είναι μοιχεία. Η πιστότης του νου στον Θεό είναι πιστότης στην σύζυγο Εκκλησία . Δεν πρέπει να υπάρχει κάτι που διακόπτει την σχέση του νου και της καρδιάς μου με τον Θεό. Χρειάζεται σιωπή. Γι’ αυτό και δεν είναι δυνατόν να έχει σχέση με τον Θεό, όποιος δεν είναι σιωπηλός στην καθημερινή του ζωή. Όταν κάποιος είναι φλύαρος, κουτσομπόλης, όταν συνεχώς ρωτάει ή είναι πρόθυμος να δίνει απαντήσεις σε όλα ή να συμβουλεύει, αυτός κατακρεουργεί τον εαυτό του. Όπως ο χασάπης παίρνει το μαχαίρι και τεμαχίζει το ζώο, το ίδιο κάνει και ο άνθρωπος με το στόμα του, με τις ερωτήσεις του, αλλά και με το μυαλό του, όταν αυτό πηγαίνει από δω και από κει. 

Ο σιωπηλός άνθρωπος φαίνεται από το χαμόγελο του, από τη λάμψη του προσώπου του, από την ωραιότητα της καρδιάς του αλλά και από την δυναμικότητα του και το ξύπνιο μάτι του, το οποίο δεν κοιτάζει τίποτε, παρά μόνο τον Χριστό. Εάν τον καλέσει ο Χριστός, στρέφει αμέσως τα μάτια του σε αυτόν, όπως ο Ζακχαίος. Για τα υπόλοιπα είναι νεκρός όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος: «να είμαστε νεκροί για τον κόσμο». Πες σε έναν νεκρό «σήκω» θα σηκωθεί; ρώτησέ τον ποιος περνάει δίπλα του; Καμία απάντηση δεν θα λάβεις. 

Η σιωπή είναι η γλώσσα των αγγέλων, η γλώσσα των ουρανών. Τον σιωπηλό άνθρωπο όλοι τον αναγνωρίζουν. Εάν όμως ο νους μας φεύγει και πηγαίνει από δω κι από κει τότε όλες οι παραστάσεις που αποκτά, μπαίνουν μέσα μας και τις βλέπουμε και στα όνειρά μας. Τα πιο πολλά μας όνειρα είναι βγαλμένα από την ψυχοσύνθεσή μας και από αυτά με τα οποία ασχολούμαστε. Αγαπάμε; Μισούμε; Φοβόμαστε; Αντιδράμε; Κάτι ανάλογο θα δούμε και στο όνειρο μας. Τόσο πολύ αναμειγνύεται η ζωή μας και όλη η ύπαρξη μας με ότι μας απασχολεί, ώστε, και όταν κοιμόμαστε, ο νους μας επηρεάζεται διά του φανταστικού και η καρδιά μας τον παρασύρει με τις επιθυμίες της, και βλέπουμε στο όνειρο μας αυτό που μας απασχολεί. Εάν με μισείς, θα δεις ότι με οδηγούν να με σκοτώσουν. Εάν με αγαπάς, θα δεις ότι με κάνουν βασιλιά. Και τα δύο δεν έχουν τίποτε το γνήσιο. 

Με τη σιωπή του πνεύματος, του στόματος και γενικώς της ψυχής τοποθετούμεθα ενώπιον του Θεού και επιτυγχάνουμε να δούμε τα μυστήρια του Θεού. Όπως, αν ασχοληθώ με τα μαθηματικά, θα μάθω μαθηματικά, αν ασχοληθώ με τα ηλεκτρολογικά, θα γίνω ηλεκτρολόγος, έτσι και όταν ασχολούμαι με τον Θεό μαθαίνω τα μυστήρια του Θεού , διότι τον Θεό τον ζούμε εν τοις μυστηρίοις .

21-12-2025
Χριστούγεννα 2025 

 ………Η γέννηση του Χριστού αυτές τις ημέρες των Χριστουγέννων ξανά γίνεται όσο ποτέ άλλοτε κάτι που συμβαίνει μέσα μας. Πρέπει να υποδεχτούμε το Χριστό στην καρδιά μας, για να μεταμορφωθούμε εν Αυτώ, για να εξαφανίζεται όλο και περισσότερο το εγώ μας, ο παλαιός εαυτός μας, για να ζει όλο και περισσότερο ο Χριστός μέσα μας. Καλούμαστε να γίνουμε ένα μαζί Του και να ξανά ζήσουμε στην πνευματική μας ζωή το μυστήριο του Χριστού, όπως το θεωρούμε στα Ευαγγέλια.

Οφείλουμε να ανοίξουμε την καρδιά μας, για να Τον δεχθεί μέσα, να υποδεχθούμε τη χάρη, τις άκτιστες ενέργειες του αναστημένου Χριστού, ο οποίος έρχεται να ανανεώσει μέσα μας το μυστήριο της Γεννήσεως Του, ώστε όλη μας τη ζωή να είναι μετόχι στο μυστήριο του θανάτου και της Αναστάσεως Του.

……………………………… Τις μέρες αυτές των Χριστουγέννων ας μελετήσουμε όλα τα γεγονότα της γέννησης του Χριστού και της παιδικής του ηλικίας∙ όλα αυτά δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσουν στο να συνειδητοποιήσουμε καλύτερα πως πρέπει να προσπαθούμε να τα βιώνουμε μέσα μας. 

Αν ο Χριστός φανερώνεται ως παιδί το γεγονός αυτό έχει βαθύτερη σημασία. Δεν σημαίνει μόνο ότι έπρεπε απλά να γεννηθεί κατ’ αυτό τον τρόπο, ως παιδί, για να μπορέσει μετά να μεγαλώσει, να γίνει ενήλικας, να ζήσει, να πεθάνει, να αναστηθεί για χάρη μας. 

Ήδη ο Χριστός, και ως παιδί, μας φανερώνει το πρόσωπο του Πατρός. Υπάρχει εδώ μυστήριο ανεξιχνίαστο. Ο Θεός μας αποκαλύπτεται με την ταπεινή αυτή η μορφή, για να μας δείξει ότι ο ίδιος ο αιώνιος Πατήρ δεν κατέχει δύναμη συνθλιπτική, δεν είναι ο Θεός που πλάθει η ανθρώπινη φαντασία, αλλά είναι προπάντων τέλεια ταπείνωση , επειδή είναι το απόλυτο αγαθό, επειδή είναι αφ εαυτού τέλεια ταπεινός. « Ο θεός αγάπη εστί» (Α’ Ιω. δ’ 8, 16), μας λέει ο Ευαγγελιστής. Και αυτό σημαίνει ότι το μυστήριο αυτό της παιδικής ηλικίας πραγματοποιείται κατά μυστικό τρόπο εν τω Πατρί, ότι το πνεύμα της παιδικότητας που ο Χριστός έρχεται να μας διδάξει, γεννώμενος στη φάτνη της Βηθλεέμ, είναι κάτι διά του οποίου μιμούμαστε τον ίδιο τον ουράνιο Πατέρα μας. 

Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται παράδοξα, φωτίζουν, όμως, με εξαιρετικό τρόπο τι είναι η θεία φύση, αυτό που είναι αφ εαυτού του ο Θεός , το πρόσωπο του Πατρός, το οποίο ο Χριστός ήρθε να μας φανερώσει. Τις διάφορες πτυχές αυτού του προσώπου, θα τολμούσα να πω, μας τις αποκαλύπτει μέσω των διαφόρων μυστηρίων της δικής του ζωής. «Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα» (ιω. ις’ 14, 9),θα πει. Και άρα, μπορούμε ήδη, βλέποντας το παιδίον Ιησού εντός της φάτνης να βλέπουμε τον Πατέρα. Ναι, όποιος βλέπει τον Χριστό, ταπεινό βρέφος στη φάτνη, βλέπει ήδη τον Πατέρα! 

Όλο αυτό το μυστήριο της ταπεινώσεως, της πτωχείας, της προσφοράς του εαυτού του διδάσκει τους ανθρώπους με υπερβατικό τρόπο, με τρόπο που δεν μπορούμε βεβαίως επαρκώς να εκφράσουμε, ο οποίος όμως διανοίγεται σαν παράθυρο που μας επιτρέπει και από εδώ ακόμη να αισθανόμαστε θάμβος ενώπιον όσων μπορούμε να αντιληφθούμε. 

Είθε, λοιπόν, κατά την περίοδο αυτή των Χριστουγέννων να αντηχούν στην καρδιά μας όλα αυτά τα θαυμαστά κείμενα των Ευαγγελίων και να μας μεταμορφώσουν με το φως που εκπέμπουν. Δόξα τω Πατρί και το Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι. Αμήν

14-12-2025
Κυριακή των Προπατόρων

Το ότι οι Προπάτορες είχαν κατά σάρκα σχέση με τον Χριστό ήταν ένα χαρακτηριστικό για το οποίο αγίασαν. Δηλαδή, από πατέρα σε παιδί και σε εγγόνι, προετοιμαζόταν η πρώτη παρουσία του Χριστού επί της γης. Οι Προπάτορες ήταν μεσίτες ανάμεσα στον πεπτωκότα Αδάμ και στον Χριστό, τον δεύτερο Αδάμ∙ γεφύρωσαν το χάσμα της κολάσεως και του παραδείσου, του θανάτου και της αναστάσεως∙ υπηρέτησαν τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία. Πολλοί από αυτούς ήταν εθνικοί, ειδωλολάτρες. Παρά ταύτα, έγιναν και αυτοί κατά πνεύμα πρόγονοι του Χριστού. Επομένως, παρέδωσαν την σάρκα τους στην υπηρεσία του Χριστού ή αρνήθηκαν την γνώμη τους, τις θεωρίες τους και τα προσέφεραν στον Χριστό. 

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό τονίζει ο Απ. Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή. Οι Προπάτορες ξεπέρασαν το περιβάλλον τους, την εποχή τους, και διά της πίστεως αποδέχτηκαν ότι θα έλθει ο Θεός επί της γης. «Εκαρτέρουν τον αόρατον ως ορατόν».(Εβρ. 11,27). Ενώ δεν έβλεπαν τον Θεόν, περίμεναν τον Χριστό σαν να τον έβλεπαν, μέχρι που ήλθε ως νήπιο, άδοξα, διωκόμενος από τους ανθρώπους. Η ελπίδα που είχαν δεν τους διέψευσε. Επί παραδείγματι ο Σολομών, ο σοφός αυτός βασιλεύς, του οποίου βιβλία συμπεριελήφθησαν στην Αγία Γραφή, έζησε την αμαρτία μέχρι τι κατώτατο βάθος του βούρκου της. Ενίσχυσε ακόμη και την ειδωλολατρία. Και όμως αυτός έκτισε τον Ναό, τα Άγια και τα Άγια των Αγίων, αυτός οργάνωσε τη λατρεία. Έτσι, προετύπωσε τον μέλλοντα Ναό, την Εκκλησία, και την Παναγία, η οποία έγινε τα Άγια τοις Αγίοις και εξ αυτής προήλθε ο Χριστός. Μπορεί η ζωή τους να ήταν μέσα στην αμαρτία, αλλά είχαν πίστη και ελπίδα. 

Ο Αβραάμ, παρ’ ότι ειδωλολάτρης, διά της πίστεως εξήλθε από την πατρίδα του και έγινε πατριάρχης του Ισραήλ, «πατήρ πάντων ημών», προπάππος του Χριστού και της Εκκλησίας. Σε ηλικία ενενήντα εννέα ετών απέκτησε τέκνο διά της πίστεως και έγινε τύπος αφοσιώσεως εις τον Θεόν. Εν τέλει, από το σπέρμα του βγήκε ο Χριστός, η αρχή και το τέλος πάντων. Ο Αβραάμ και ο Χριστός συνιστούν μία αδιάλειπτο ιστορία, που η προϊστορία της φθάνει μέχρι τον παράδεισο. Οι Προπάτορες πίστευαν σε Εκείνον που δεν έβλεπαν και δεν καταλάβαιναν. 

Τρίτο αγιαστικό των Προπατόρων είναι ότι ο Θεός τους χρησιμοποίησε για να ευλογήσει όλα τα έθνη. Πώς; Με το να γίνει γνωστή η αλήθεια σε όλον τον κόσμο. Πόσες φορές χρησιμοποιεί ο Θεός και εμάς τους αμαρτωλούς! Εκείνους τους χρησιμοποίησε για να φέρει την Εκκλησία, εμάς για να ζούμε και να εργαζόμαστε και να χαιρόμαστε και να συμμετέχουμε σε αυτήν. 

Από τους Προπάτορες γεννήθηκε η Παναγία, η Μητέρα του Θεού, η οποία έζησε στα Άγια των Αγίων και, όταν βγήκε από εκεί, ήταν η ίδια Άγια των Αγίων, έχοντας μέσα της τον Χριστό. Αυτή αγίασε τα Άγια των Αγίων του Ναού και ευλόγησε όλη την κτίση, και έτσι καταργήθηκαν τα τυπικά εκείνα Άγια των Αγίων, ήλθε το αληθές και το ολόκληρο. Η Θεοτόκος είναι η αρχή του εκλεκτού λαού του Θεού∙ κατέστη μήτηρ των εθνών και τύπος της Εκκλησίας μας. 

Για όλους αυτούς τους λόγους οι Προπάτορες έγιναν τύποι και εικόνες του Χριστού και της Εκκλησίας. ο Θεός όλους, αμαρτωλούς και δίκαιους, τους συνήγειρε και τους χρησιμοποίησε. Ας αναφέρουμε μερικά ακόμη παραδείγματα. Ο Βοόζ, υιός της πόρνης Ραάβ, έγινε τύπος και εικόνα της Εκκλησίας. η πόρνη Ραάβ έγινε σύμβολο της κλήσεως στον Χριστό των εθνών και των αμαρτωλών∙ υπηρέτησε το σχέδιο του Θεού. Ο Αδάμ, παρ’ ότι αμάρτησε και πέθανε έξω από τον παράδεισο, είναι τύπος του δευτέρου Αδάμ, του Χριστού. Ο Νώε και η κιβωτός του έγιναν επίσης σύμβολα της Εκκλησίας και του Χριστού. Ο Ισαάκ είναι τύπος της θυσίας του Χριστού, ο Ιακώβ της θεώσεως και της θεωρίας. Ο Ιωσήφ, ο Δαβίδ, όλοι σχεδόν οι βασιλείς και οι προφήτες, είναι σύμβολα και τύποι και εικόνες του Χριστού και της Εκκλησίας. Ο Μελχισεδέκ, ο Μωυσής, ο Ιώβ, που ήταν ειδωλολάτρης, και όλοι οι υπόλοιποι Προπάτορες έγιναν εικόνες του Θεού και των απορρήτων αυτού μυστηρίων∙ μας βοηθούν να καταλάβουμε τα απόρρητα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών. 

Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί χρειάζεται να μελετούμε τους Προπάτορες. Όλοι τους είναι πρόδρομοι του Χριστού, μέχρι και τον τελευταίο, τον ονομαζόμενο Πρόδρομο, τον Ιωάννη τον Βαπτιστή∙ είναι εικόνες «του εν αδύτοις της θείας κρυφιότητος όντος μυστηρίου της ημών σωτηρίας». Ό,τι υπάρχει στον ουρανό και ό,τι θα γίνει, το μαθαίνουμε από τώρα μέσω αυτών.

30-11-2025
Προεόρτια της Γεννήσεως του Χριστού (01/12/2025)

Η Γέννηση του Κυρίου, που αρχίσαμε να εορτάζουμε, συνυφασμένη με όλα τα γεγονότα της ζωής του Κυρίου και της Θεοτόκου, δημιουργεί ένα άλλο κάλυμμα. Με την σάρκωση του Λόγου καλύφθηκε η θεότης, ώστε το φως της να μην τυφλώσει και κατακαύσει το ανθρώπινο γένος, διότι η θεότης είναι «πυρ καταναλίσκον», κατακαίον τα πάντα, είναι όμως και φως. Οι άνθρωποι δεν έπρεπε εξ αρχής να το καταλάβουν αυτό∙ τόσο πολύ μάλιστα, ώστε «εις τα ίδια» ερχόμενος ο Χριστός να μην τον αναγνωρίσει ούτε ο περιούσιος λαός του και να τον διώξει ως ξένο και άγνωστο. Όντως, ως ξένος και άγνωστος ο Χριστός εισήλθε στη ζωή, ως ξένος και άγνωστος καταδικάστηκε, και ως ενσαρκωτής του αποπομπαίου τράγου εξήλθε από την ζωή. 

Το γεγονός αυτό μαρτυρεί ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει τον Θεό με τα πήλινα μάτια του. Ποιος μπορούσε να καταλάβει ότι κάτω από την σάρκα του Χριστού κρυβόταν ο Θεός; Δεν το κατάλαβε ούτε η Παναγία Μητέρα Του∙ δεν το κατάλαβαν ούτε οι απόστολοι, οι οποίοι ζούσαν κάθε ημέρα μαζί του και πολλές φορές σκανδαλίζονταν εξ αιτίας του∙ τόσο πολύ μάλιστα, ώστε να δώσουν αφορμές να μείνουν στην ιστορία αμφισβητήσεις σχετικά με τον Χριστό, που δεν θα τολμούσε κανείς να τις επινοήσει εναντίον του πατέρα του, της μητέρας του, ούτε καν εναντίον του εχθρού του. Και όμως τις επινόησαν εναντίον του Χριστού. 

Η σοφία του Θεού μπορεί να βρίσκει τρόπους να κρύβει την θεότητα. Για ποιο λόγο; Διότι ο άνθρωπος φοβάται το πολύ φως, το άνοιγμα των ουρανών, φοβάται την αιωνιότητα, και αντ’ αυτών, προτιμά οτιδήποτε τον κάνει να νοιώθει ότι είναι μόνος του, γιατί Θεός σημαίνει κάτι παγκόσμιο και καθολικό. Ο άνθρωπος είναι έτσι φτιαγμένος από την αμαρτία, από τη δεύτερη, θα λέγαμε, σαρκική γέννησή του, είναι έτσι επενδεδυμένος μετά τον πειρασμό της Εύας, ώστε θέλει να ζει μόνος του, το ισχυρότερο βίωμά του είναι η μόνωσίς του. Παντού υπάρχουν καρδιές που ζουν μόνες. Είναι δυνατόν να τις βρει κανείς ακόμη και εκεί όπου τόσο πολύ συνωθούνται οι άνθρωποι. Ο καθένας έχει την δυνατότητα να κρύβει τη ζωή του και να μένει ολομόναχος. Και τούτο, διότι δεν μπορεί να ζει με έναν Θεό καθολικό και αιώνιο. 

Ο άνθρωπος λοιπόν έκανε θεό τον εαυτό του, για να ζει μέσα στη μιζέρια του, στην παροδικότητα και την συμβατικότητά του, στην ανάπαυση που κάθε φορά δημιουργεί για τον εαυτό του: Σήμερα αυτό είναι μια χαρά, αύριο μια προσευχή, μεθαύριο ένα πανηγύρι, αντιμεθαύριο μια αμαρτία, και μετά κάτι άλλο∙ κάτι δηλαδή που διασκεδάζει και ταυτόχρονα κατατεμαχίζει τη ζωή του, τον χρόνο του, την καρδιά του, την βούλησή του –άλλο θέλει και άλλο κάνει-, και μέσα στη διάσπαση του χρόνου δημιουργεί συζυγίες της μοναξιάς του. Έτσι, η μοναξιά που μοιάζει με παμφάγο θηρίο κατατρώγει, διαλύει κάθε μορφή ανάπαυλας, και ο «θεός», ο ευρισκόμενος κάτω στη γη από την πτώση του, μένει πάλι μόνος του. 

Κρύβεται ο Θεός, διότι οι άνθρωποι φοβούνται να τον κρατήσουν κοντά τους. όπως το παιδάκι φοβάται το ύψος ή το βάθος, όπως ιλιγγιά κανείς μπροστά στους παμμεγέθεις αριθμούς, έτσι ακριβώς ιλιγγιούμε μπροστά στον καθολικό Θεό, σε αυτόν ο οποίος είναι πάνω από όλα και ταυτόχρονα περικλείει τα πάντα. Το κρύψιμο του Θεού είναι η μεγαλύτερη έκφραση της ταπεινώσεως και της αγάπης του∙ είναι μία κένωση, η οποία αείποτε συνέβαινε και συνεχίζει να συμβαίνει, ενώ με την μορφή της σαρκώσεως παρουσιάστηκε κατά τη Γέννηση του Χριστού. Ο Χριστός συνεχίζει τις καθόδους του, την κένωσή του, με το να καθιστά μέτοχο του εαυτού του την καρδιά, την σκέψη, το μυαλό, την αμαρτία του καθενός. Αίρει τα πάντα επάνω του, για να μπορεί κρυπτόμενος όπισθεν αυτών, να διευκολύνει τον άνθρωπο να τον κρατά δέσμιο της αγάπης του, χωρίς να αναιρεί την ελευθερία του.

02-11-2025
Κυριακή Ζ΄Λουκά 
Η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου 

Ας σταματήσουμε για λίγο στην ενθαρρυντική φράση του Χριστού «μη φοβού, μόνον πίστευε». 

Ο φόβος μπροστά στο τρομακτικό γεγονός του θανάτου μας είναι γνωστός από την καθημερινή εμπειρία. Βλέποντας ο άνθρωπος ότι ο θάνατος βάζει τέλος σε όλα τα όνειρα και τις προσδοκίες του, καταλαμβάνεται από τρόμο και αγωνία, είναι μάλιστα τόσο βέβαιος για τον τελεσίδικο τερματισμό των πάντων στο θάνατο, ώστε να του φαίνεται τελείως ανεδαφικό και παράδοξο εάν κάποιος υποστηρίξει το αντίθετο. Έτσι οι συγγενείς και φίλοι του Ιαείρου κατεγέλων όταν ο Ιησούς βεβαίωνε ότι το παιδί του αρχισυναγώγου ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει. Καταγελούν οι άνθρωποι μη γνωρίζοντας, ή μάλλον μην πιστεύοντας, ότι ο Αρχηγός της ζωής βρίσκεται ανάμεσά τους για να νικήσει τη φθορά να ελευθερώσει τους ανθρώπους, να καταργήσει το θάνατο. Δεν κρίνει κανένα ο Κύριος της ζωής και του θανάτου για τη στάση του, παρά μόνο με τη θεία αυθεντία του προστάζει: η παις εγείρου. Την καταστροφή και φθορά που έφερε μέσα στον κόσμο η εωσφορική επανάσταση του ανθρώπου κατά του Θεού έρχεται να επανορθώσει ο Υιός του Θεού, διώχνοντας την ασθένεια, τον πόνο και τον θάνατο από τον κόσμο και οδηγώντας τον άνθρωπο όχι μόνον στο «αρχαίον κάλλος» αλλά και ακόμη πιο ψηλά. 

Τα θαύματα του Χριστού που μας αφηγούνται οι ευαγγελιστές δείχνουν ακριβώς αυτήν την καινούργια πραγματικότητα που εγκαινιάζεται, δείχνουν τον κόσμο της θείας αγάπης, έναν κόσμο χωρίς πόνο και δάκρυα, χωρίς φθορά και καταστροφή, χωρίς το φόβο του θανάτου. Αυτός είναι ο κόσμος όπως τον θέλησε και τον δημιούργησε απ’ αρχής ο Θεός και όπως αναδημιουργείται τελικά δια του Χριστού. Αυτή την τελική ανακαίνιση τη βλέπουμε ήδη στα θαύματα του Χριστού, στα θαύματα του Αγίου Πνεύματος μέσα στη ζωή της Εκκλησίας ανά τους αιώνες. Την τελική κατάσταση της αφθαρσίας τη ζουν ήδη οι πιστοί, γευόμενοι τους καρπούς των θείων δωρεών μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας. 

Έτσι τα θαύματα του Χριστού, είτε αυτά που επιτελέστηκαν από τον Χριστό κατά την επίγεια δράση του, είτε αυτά που συνεχώς επιτελούνται μέσα στην ιστορική ζωή της Εκκλησίας, γίνονται οι δείκτες της βασιλείας του Θεού, τα παρατηρητήρια μέσα από τα οποία βλέπουμε τον καινούργιο κόσμο, τον κόσμο της αγάπης και της αφθαρσίας, που δεν επισκιάζεται από την απειλή του θανάτου. Αυτός ο κόσμος δεν αποτελεί άπιαστο όνειρο του μέλλοντος, αλλά είναι ήδη τωρινή πραγματικότητα, είναι ζωή που αρχίζει στο παρόν για να ολοκληρωθεί όταν οι πιστοί, ακολουθώντας τους δείκτες πορείας, φθάνουν στο τέρμα, εκεί όπου ο Χριστός είναι τα πάντα και εν πάσιν.

19-10-2025
Κυριακή Δ΄Λουκά 
ΑΠΟ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 

Έχοντας στεφθεί με τον καλλίνικο στέφανο των μαρτυρικώς υπέρ Χριστού αθλησάντων, ο άγιος Δημήτριος απέκτησε μεγάλη παρρησία προς τον Κύριο και δωρήθηκε στη «θεοφύλακτη και φιλόχριστη και φιλομάρτυρα πόλη των Θεσσαλονικέων ως τείχος νοητό και αδιάσειστο, οχυρό απόρθητο από βαρβάρους και δαίμονες, φρούριο γαληνόδωρο για τους κλυδωνισμούς της ζωής και σωμάτων και ψυχών αιώνιο φυλακτήριο». Επί χίλια εξακόσια και πλέον έτη,, ο άγιος Δημήτριος δεν έπαυσε να παρέχει τη φιλάνθρωπο προστασία του στη Θεσσαλονίκη, της οποίας είναι ο πολιούχος άγιος. 

Την προστάτεψε από επιδρομές βαρβάρων, ιδίως κατά την πολιορκία της πόλεως από τις αναρίθμητες ορδές του χάνου των Αβάρων, με τις οποίες συμμάχησαν πολλά σλαβικά φύλα, το φθινόπωρο του 586. Λόγω μιας επιδημίας που είχε προηγηθεί, οι υπερασπιστές της πόλεως ήταν ολιγάριθμοι∙ εμφανίσθηκε ο άγιος Δημήτριος στις επάλξεις των τειχών και τους έδωσε θάρρος ν’ αντισταθούν στις επανειλημμένες επιθέσεις και στις πολιορκητικές μηχανές. Την έβδομη ημέρα της πολιορκίας, την ώρα που οι βάρβαροι προετοίμαζαν μια γενική και αποφασιστική επίθεση, εμφανίστηκε ο άγιος στο μέσον του στρατοπέδου τους ιππεύοντας λευκό άλογο, επικεφαλής πανίσχυρου στρατού, ο οποίος διεσκόρπισε τους εχθρούς, χωρίς να χρειασθεί να εμπλακούν σε μάχη οι κάτοικοι της πόλεως. 

Μερικά χρόνια αργότερα, περί το 615, οι Σκλαβένοι (Σλάβοι), που είχαν εγκατασταθεί στη Μακεδονία, επιχείρησαν νέα επιδρομή κατά της Θεσσαλονίκης, ο άγιος, όμως, ακτινοβολώντας τη δόξα την οποία έχει ενώπιον του Κυρίου, εμφανίσθηκε πάλι στις επάλξεις και ανάμεσα στα μονόξυλα των εισβολέων, που ετοιμάζονταν να επιτεθούν στην πόλη από θαλάσσης. Προκάλεσε τέτοια σύγχυση ώστε τα μονόξυλα συντρίβονταν το ένα πάνω στο άλλο. Για να σωθούν, οι βάρβαροι προσπαθούσαν να κρατηθούν από άλλα μονόξυλα, τα οποία βυθίζονταν και αντί να γλιτώσουν τον πνιγμό, τελικά αλληλοεξοντώθηκαν και ο Θερμαϊκός κόλπος βάφηκε κόκκινος από το αίμα τους. Διαπιστώνοντας ότι δεν μπορούσαν να καταλάβουν την πόλη που προστατεύει ο άγιος Δημήτριος, οι Σλάβοι συμμάχησαν ξανά με τον χάνο των Αβάρων και τους Βουλγάρους και επιχείρησαν μια αιφνίδια και μαζική επίθεση (617). Οι Θεσσαλονικείς έσπευσαν στις επάλξεις για να προετοιμάσουν την άμυνά τους∙ τους ενεθάρρυνε ο επίσκοπός τους Ιωάννης, ο οποίος είχε δει σε όραμα τον άγιο Δημήτριο. Όταν οι βάρβαροι άρχισαν να πλησιάζουν τα τείχη με τους πολιορκητικούς πύργους και τους καταπέλτες, ένας Θεσσαλονικεύς χριστιανός πήρε μια μικρή πέτρα κι έγραψε πάνω της: «Εν ονόματι του Θεού και του αγίου Δημητρίου». Την εκσφενδόνισε εναντίον των εχθρών και η πέτρα κτύπησε μια πελώρια κοτρώνα που μόλις είχε εκτινάξει ένας καταπέλτης. Εξαιτίας του κτυπήματος, η κοτρώνα άλλαξε φορά, γύρισε πίσω και συνέτριψε τον καταπέλτη σκοτώνοντας τους βαρβάρους που τον επάνδρωναν. Μετά το θαύμα αυτό, το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ένας σεισμός συγκλόνισε τα τείχη και οι βάρβαροι είχαν την εντύπωση ότι τα τείχη είχαν καταρρεύσει. Επιτέθηκαν λοιπόν και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα τείχη, τα οποία ορθώνονταν άθικτα, και με τους κατοίκους της πόλεως, τους οποίους είχε εμψυχώσει ο επίσκοπος. Παρ’ όλα αυτά, πέρασαν τριάντα τρεις ημέρες πολιορκίας και διαπραγματεύσεων μέχρι να αποχωρήσουν τελικά οι βάρβαροι. 

Χάρις στην προστασία του πολιούχου της, η Θεσσαλονίκη σώθηκε έτσι από πέντε πολιορκίες Σλάβων και Αβάρων∙ εξάλλου, στις πρεσβείες του αγίου αποδίδεται και η απελευθέρωση της πόλεως από τον τουρκικό ζυγό το 1912. Πλείστες φορές ο άγιος Δημήτριος προστάτεψε την πόλη από λιμούς, σεισμούς και λοιμούς∙ και οι πάσχοντες, τους οποίους άφηναν σ’ ένα παράπλευρο κτίσμα της βασιλικής που είχε μετατραπεί σε νοσηλευτήριο, θεραπεύονταν χάριν στις πρεσβείες του αγίου, ο οποίος παρουσιαζόταν στα ενύπνιά τους. Τα θαύματα που επιτελέστηκαν είτε με την άμεση παρέμβαση του αγίου είτε μέσω του μύρου, είναι τόσο πολλά ώστε εκείνος που θα ήθελε να τα απαριθμήσει θα ομοίαζε με τον μωρό ο οποίος επιθυμεί να καταμετρήσει τους κόκκους της άμμου. 

Από τον Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

12-10-2025
Κυριακή 3η Λουκά 

Είναι ιδιαίτερα χαριτωμένες οι σελίδες των επιστολών του (αγίου Ιερωνύμου) που αναφέρονται στην ελευθερία του Αγίου Όρους και της Θεσσαλονίκης του 1912. Είναι επίσης δηλωτικές της λεπτότητος της αγαθής καρδιάς του. «Ήκουες μίαν βροχήν βροντών, αλαλαγμός ηκούετο έξω στα μοναστήρια, καμπάνες ως το Πάσχα έπαιζον χαρμόσυνα και ζήτω με φωνάς που έφθαναν στον ουρανόν. Λοιπόν και οι σιωπηλοί εκείνοι οι της ερήμου μοναχοί εκραύγαζον το ζήτω! Στιγμή αγία! Ημέρα θεία, πανσεβάσμιος, λαμπρά! Ο Ήλιος μας έδιδεν ολόκληρον την λάμψιν του, ο ουρανός με μίαν υπερβολικήν χαράν, η θάλασσα με μίαν γαλήνην, η φύσις όλη με ημάς επανηγύριζεν, ο ήλιος με το φως του, ο ουρανός με το χαρμόσυνον του χρώματός του μας έλεγαν∙ ιδού το ακραιφνές σημείον της σημαίας της Ελληνικής. Φως και χαρά τα δύο χρώματα της ελευθερίας και ανάπαυσης από τα βάσανα της κακοδιοικήσεως του Τούρκου. Της δε θαλάσσης η γαλήνη μας εφώναζεν: ειρήνη θέλει βασιλεύσει πλέον εις το εξής. Μικρόν ριπίδισμα αέρος εις την θάλασσαν, η ζωογόνος αύρα του ωκεανού μας έλεγε: πλεύσατε ευχαρίστως της ελευθερίας το ταξείδιον. Τι μένει; Του Θεού η δόξα από μέρους μας, η ευφροσύνη της ψυχής μας και η αγαλλίασις, η ευγνωμοσύνη της ψυχής, η συγκίνησις και δάκρυα, εγκάρδια χαρά… Παπάδες φορεμένοι, θυμιατά με ευωδίαν εκλεκτήν του θυμιάματος και οι φανοί με τας λαμπάδας.. μοναχοί εξέρχονται σεβάσμια ενδεδυμένοι ως εις λιτανείαν να υποδεχθούν το δώρον του Θεού, την εθνικήν ελευθερίαν μας…». 

Στον ίδιο τόνο συνεχίζει αλλού∙ «Καγώ ο ταπεινός έψαλλον ενταύθα την αγρυπνίαν του Αγίου Δημητρίου χάριτι Θεού και βοηθεία του Αγίου μετ’ ανεκφράστου χαράς και αγαλλιάσεως, μάλιστα δε και άνευ κόπου τινός, εάν και μέχρις εσπέρας θα εξηκολούθη η ψαλμωδία. Τούτο δε προήρχετο αφ’ ενός μεν εκ της προς τον Άγιον οφειλομένης ιδιαιτέρας ευλαβείας μου και εξ’ άλλου διά την ελευθερίαν της πατρίδος του κατά την αυτήν ημέραν… Η ευχαρίστησίς μου επήλθεν εις το απροχώρητον, αι ευχαριστίαι μου και αι ευχαί προς τους φίλους μου υπέρ της ελευθερίας ήσαν ενθουσιώδεις, παραδειγματικώς εις τους γνωρίζοντάς με συνεσταλμένου πάντοτε χαρακτήρος. Φαντασθήτε, όταν κατά την παραμονή του Αγίου επληροφορούμην την απελευθέρωσιν της Θεσσαλονίκης κατ’ αυτήν ταύτην την ημέραν, οπόση ήτο η χαρά μου και ο ενθουσιασμός μου μετά του οποίου έψαλλον την αγρυπνίαν του Αγίου…» 

Από το βιβλίο: Μωϋσέως Μοναχού, Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, ο Γέρων της Αναλήψεως, ΙΜΣΠ, Άγιον Όρος 1982

05-10-2025
Κυριακή Β΄Λουκά 

«Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». 

Οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης μιλούσαν συγκεκαλυμμένα, συγκαταβαίνοντας στην πτωχική κατανόηση των συγχρόνων τους. Το ίδιο και ο Κύριος όταν ήλθε στη γη αυτοπροσώπως, μιλούσε προς την υπόληψη των ακουόντων. Άρχιζε από τα φυσικά εκείνα που μπορούσε να συλλάβει η ανθρώπινη διάνοια, και σταδιακά ανερχόταν σε εκείνα, τα οποία για να τα συλλάβει ο άνθρωπος, έπρεπε πρώτα να σταυρώσει τον νου του. Για να δεχθεί κάποιος τη μωρία της θείας συνέσεως του Ευαγγελίου, πρέπει να αρνηθεί τη σύνεσή του. 

Αυτό ακριβώς βλέπουμε στη σημερινή διδαχή. Ο Χριστός έθεσε ως βάση τον μικρόν αγώνα που διεξάγεται στο φυσικό επίπεδο. Αν κάποιος θέλει να τον εκτιμούν οι συνάνθρωποί του, να τον σέβονται, να τον αγαπούν, πρέπει να τους συμπεριφέρεται και αυτός με εκτίμηση, σεβασμό και αγάπη. Εφόσον ο καθένας επιθυμεί τα καλύτερα για τον εαυτό του, θα έπρεπε να αποδίδει τα καλύτερα, τα αγιώτερα, τα σεμνότερα, τα τελειότερα, στους άλλους. Η ιδέα αυτή υπήρχε ήδη στις διδαχές των φιλοσόφων, εφόσον αντανακλά τον φυσικό νόμο της συνειδήσεως. Περικλείεται στα όρια της φυσικής γνώσεως, που μπορεί να φθάσει η ανθρώπινη διάνοια. 

Βεβαίως και σε αυτό το επίπεδο υφίστανται διάφορες διαστάσεις, κάποιες πολύ στενές, κάποιες άπειρες, που οδηγούν σε υποστατικό τρόπο υπάρξεως. Ένας μπορεί να αρκεστεί στην αρνητική διάσταση, δηλαδή να μη βλάπτει τους άλλους, διότι φοβάται μη τυχόν υποστεί ζημία από αυτούς. Ένας άλλος συνεργεί με τους συνανθρώπους του σε έργα αγαθά, διότι και αυτός επιθυμεί τη συνέργειά τους στη διεκπεραίωση των δικών του καλών προθέσεων. Ένας τρίτος, όπως εκζητεί τις ευχές των Αγίων και την προσευχή των αδελφών του, συμπαραστέκεται και αυτός προσευχητικά στον πλησίον του και προσφέρει δέηση υπέρ πάντων. Ενώ οι Άγιοι προσεύχονται όπως ο Άγιος Σιλουανός, να δοθεί σε όλους τους λαούς της γης η ίδια αγαθή μερίδα χάριτος που έλαχε στους ίδιους: 

«Ώ, πόσο μεγάλο έλεος μου έδειξες! Σε εμένα, που μου αξίζει ο Άδης και τα βάσανά του. Εσύ δίδεις τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Και αν έδωσες σε εμένα τον αμαρτωλό να σε γνωρίσω με το Άγιο Πνεύμα, τότε σε ικετεύω, Κύριε, να δώσεις να σε γνωρίσει όλος ο κόσμος». 

Εν γένει η χριστιανική ηθική έχει θετικό περιεχόμενο. Και η θετική άσκηση, όντας δυναμική, προσιδιάζει στον άνθρωπο που είναι δυναμικό ον, πλασμένο να δέχεται την «αύξησιν του Θεού». 

Η απέκδυση από την κακία, από την φθαρτότητα, την τρεπτότητα προς την αμαρτία, στην καλύτερη μορφή της, είναι το μικρό ήμισυ της υποθέσεως που αφορά τον ανθρώπινο παράγοντα. Υπάρχει όμως και το μεγάλο ήμισυ του Θεού, που απεργάζεται τον χοϊκό άνθρωπο ως «καινήν κτίσιν». 

Ο χριστιανός αθλητής δεν αγωνίζεται απλώς να απαλλαγεί από το κακό, που σαν παράσιτο σφετερίζεται, απομυζεί και καταπνίγει την υπόστασή του, ούτε απλώς να απεκδυθεί τον «παλαιόν άνθρωπον συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις», αλλά και να ενδυθεί τον κατεξοχήν Άνθρωπο τον Νέο Αδάμ, τον Χριστό και να περπατήσει «εν καινότητι ζωής». Στην εξομοίωση με τον Υιό του Θεού, τον Κύριο Ιησού, έγκειται το μεγαλείο και η μακαριότητα του ανθρώπου.

21-09-2025

Ο Σταυρός στο Ερώτημα του Ιώβ - Για το Νόημά του 

Αν η λειτουργία του σταυρού είναι να αποκαλύψει τον Θεό ως Εκείνον που υπερβαίνει όλα τα δώρα Του, ο σταυρός μπορεί να δοθεί επίσης στον άνθρωπο που είναι σχετικά ενάρετος – και τότε εκπληρώνει την πλήρη λειτουργία του. 

Έχουμε πει ότι μετά την πτώση ο σταυρός αποκτά μια αίσθηση εξιλέωσης για όλους τους ανθρώπους, γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος ολοκληρωτικά αθώος. Ωστόσο, πρέπει πάντα να αναγνωρίζουμε ότι συχνά το βάρος του σταυρού τον οποίο πρέπει να σηκώσουν οι άνθρωποι δεν είναι ανάλογο με τις αμαρτίες τους. Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει πολλούς ανθρώπους να μιλήσουν για το μυστήριο του μαρτυρίου, γιατί πολύ συχνά εκείνοι οι οποίοι είναι σχετικά ενάρετοι φαίνεται να έχουν ένα ιδιαίτερα βαρύ μερίδιο μαρτυρίου. 

Το αντικείμενο αυτού του μαρτυρίου συζητείται στο βιβλίο του Ιώβ. Ο Ιώβ επιθυμούσε να γνωρίζει την αιτία του μαρτυρίου του, επιθυμούσε να δει πέρα από το σταυρό, που του είχε δοθεί, και από τα λάθη του παρελθόντος του, προκειμένου να κατανοήσει τη σημασία του σταυρού του. Ο Ιώβ δεν προσποιείται ότι δεν έχει αμαρτήσει. Από την άλλη, όμως, δεν είναι ικανοποιημένος από ανακριβείς και συναισθηματικές γενικεύσεις, λέγοντας απλά ότι αφού κανείς άνθρωπος δεν είναι αναμάρτητος, πρέπει επομένως και ο ίδιος να είναι μεγάλος αμαρτωλός και ότι τα μεγάλα μαρτύριά του τον βρήκαν λόγω των αμαρτιών του. Παρ’ όλα αυτά, ως άνθρωπος που σκέφτεται το πρόβλημα νηφάλια και διεξοδικά, θέλει να προχωρήσει πιο πέρα. Βλέπει ότι τα μαρτύριά του δεν είναι ανάλογα με τις αμαρτίες του, γιατί οι αμαρτίες του δεν είναι τόσο μεγάλες όσο αυτές πολλών άλλων ανθρώπων, που υποφέρουν πολύ λιγότερο από ό,τι ο ίδιος. Ο Ιώβ ρωτά τον Θεό: 

Πόσες είναι οι αμαρτίες μου και οι ανομίες μου; 
Δίδαξέ με ποιες είναι. 
Γιατί κρύβεσαι από εμένα 
Και μου συμπεριφέρεσαι ως ως εχθρό; (Ιώβ 13, 23-24) 

Και: 

Θα πω στον Κύριο: μην με διδάσκεις να ασεβώ 
Και γιατί με δοκιμάζεις τόσο; (Ιώβ 10, 2-3) 

Ο Ιώβ δεν συμφωνεί με εκείνους που βλέπουν ότι το μαρτύριο οφείλεται πάντοτε στην έλλειψη αρετής εκ μέρους εκείνων που υποφέρουν και υποστηρίζουν, επομένως, ότι η αιτία του μαρτυρίου του Ιώβ είναι απλά η έλλειψη αρετής εκ μέρους του. Και ο Θεός διαφωνεί με αυτούς!

………………………………………………………….. 

Ο Ιώβ αναγνωρίζει το δικαίωμα του Θεού να του στείλει δοκιμασίες και δεν αφήνει περιθώριο στις προτροπές της γυναίκας του να βλασφημήσει κατά του Θεού, επειδή του έχει στείλει δοκιμασία, χωρίς ο ίδιος να έχει πράξει κάτι κακό. Ο Θεός έχει το δικαίωμα να στείλει τα δώρα του και να τα αποσύρει. Ο άνθρωπος δεν θα πρέπει από τη μεριά του, να θέτει την σύνδεσή του με τον Θεό υπό την προϋπόθεση των δώρων, τα οποία ο Θεός έχει δώσει. Μια τέτοια συμπεριφορά δεν θα μπορούσε να αποτελεί πραγματική αγάπη για τον Θεό αλλά σύνδεση με τα ίδια τα δώρα, και αυτό θα μπορούσε να σημαίνει τοποθέτηση των δώρων πάνω από τον Δωρεοδότη. Σε αυτή την περίπτωση η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό θα μπορούσε να στηριχθεί σε ένα συμβόλαιο και ο άνθρωπος θα μπορούσε να πει: «Θα παραμείνω πιστός σε Εσένα όσο μου δίνεις δώρα». Μια τέτοια στάση από την πλευρά του ανθρώπου θα σήμαινε ότι ο Θεός δεν ήταν άξιος αγάπης για αυτό που είναι. Η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, σε αυτή την περίπτωση, θα εξαρτάτο από τη χρησιμότητα, που τα δώρα του Θεού έχουν για τον άνθρωπο. Τότε, ο άνθρωπος θα αγαπούσε πραγματικά τον εαυτό του. Με αυτό τον τρόπο, τα δώρα θα έχαναν το νόημά τους, ως σημεία της αγάπης του Θεού και ως μέσο, με το οποίο ο άνθρωπος εισέρχεται σε –και διατηρεί- μια προσωπική σχέση με τον Θεό. Τα δώρα θα γίνονταν αντικείμενα καθεαυτά. Η άποψη της γυναίκας του Ιώβ είναι, κατά βάση, η ίδια με την άποψη των φίλων του Ιώβ, οι οποίοι πιστεύουν ότι ο Θεός δίνει σε εκείνους που μένουν πιστοί σε Αυτόν και παίρνει τα δώρα όταν εκείνοι γίνονται άπιστοι. Ουσιαστικά πιστεύουν το ίδιο, γιατί και οι δύο διαβεβαιώνουν ότι ο άνθρωπος παραμένει πιστός στον Θεό, λόγω των δώρων Του και ότι αυτά τα δώρα αποτελούν αναπόφευκτη πληρωμή, την οποία αποστέλλει ο Θεός στον άνθρωπο ως ανταμοιβή για την πίστη του σε Αυτόν. 

Σε αυτήν ακριβώς την άποψη οφείλονται όλα τα μαρτύρια του Ιώβ, γιατί αυτό εισηγείται ο Σατανάς στον Θεό, στην αρχή του βιβλίου, όταν υποστηρίζει ότι ο Ιώβ αγαπά τον Θεό απλώς διότι του έχει παραχωρήσει μεγάλα πλούτη και ότι δεν θα αγαπούσε τον Θεό, αν του αφαιρούσε όλα Του τα δώρα. Ο Σατανάς είναι κυνικός και υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος αγαπά τον Θεό αποκλειστικά και μόνο για τα δώρα και τα αντικείμενα, τα οποία του δίνει ο Θεός. Δεν μπορεί να διανοηθεί ότι ένας άνθρωπος θα μπορούσε να αγαπήσει τον Θεό καθεαυτόν, ότι μέσα από την αγάπη ο άνθρωπος θα μπορούσε να υπερβεί τον εαυτό του και τον κύκλο των ενδιαφερόντων του. Όμως, ο Θεός επιθυμεί να δείξει, μέσα από το παράδειγμα του Ιώβ, ότι υπάρχει μια τέτοια αγάπη, ώστε ο άνθρωπος είναι ικανός να παραμείνει προσκολλημένος στον ίδιο τον Θεό, ακόμα και αν δεν λαμβάνει πλέον τα δώρα Του. Προκειμένου να το δείξει αυτό, ο Θεός μερικές φορές διασπά τον στενό σύνδεσμο ο οποίος υφίσταται μεταξύ του δικαίου ανθρώπου και των δώρων που ο Θεός του δίνει. Αυτό ισχύει στην περίπτωση του Ιώβ: τα δώρα που ο Θεός δίνει σε κάποιον μπορεί να μην αποτελούν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πίστης του στον Θεό.

Ο Ιώβ το βλέπει, αλλά δεν είναι σε θέση να κατανοήσει γιατί ο Θεός, μερικές φορές, διασπά αυτόν τον δεσμό μεταξύ των δώρων και του Ιδίου. Βλέπει ότι ο Θεός τον καταδιώκει με ηθικά και υλικά πλήγματα και δεινά και δεν αρνείται το δικαίωμα του Θεού να το πράξει. Μέσα από τις δοκιμασίες του κατανοεί ότι ο Θεός δείχνει ενδιαφέρον και έγνοια γι’ αυτόν, αλλά δεν καταλαβαίνει τι είδους ενδιαφέρον και έγνοια είναι αυτή. 

Με παρέδωσε ο Θεός στα χέρια των αδίκων, 
με έριξε στους ασεβείς. 
Ενώ ζούσα ειρηνικά με διασκόρπισε, 
με άρπαξε από τα μαλλιά και με μάδησε 
και με έβαλε στόχο των κτυπημάτων του. 
με περικύκλωσαν λόγχες που έβαλλαν εναντίον 
των νεφρών μου, 
χωρίς οίκτο έχυσαν στη γη τη χολή μου∙ 
με κατέβαλαν με κτύπημα πάνω σε κτυπήματα, 
μου επιτέθηκαν ισχυροί. 

Μου έραψαν σάκο για το πληγιασμένο σώμα μου, 
το σθένος μου σβήστηκε στη γη. 
Η γαστέρα μου κάηκε από το κλάμα 
και σκιά έπεσε στα βλέφαρά μου. 
Ενώ άδικο δεν είχαν πράξει τα χέρια μου 
και η ευχή μου ήταν πάντα καθαρή. (Ιώβ 16, 11-17). 

Και σε ένα παραπάνω κεφάλαιο διακηρύσσει: 

Αφαίρεσε από το πνεύμα την ψυχή μου 
και τα οστά μου από τον θάνατο∙ 
γιατί δεν θα ζήσω αιώνια, 
για να υπομείνω τα δεινά∙ 
άφησέ με να πεθάνω, γιατί είναι άδεια η ζωή μου. 
Διότι τι είναι ο άνθρωπος τον οποίο εσύ δόξασες 
και στον οποίο προσηλώνεις το νου 
ή προνοείς γι’ αυτόν από το βράδυ ως το πρωί 
και τον κρίνεις άξιο να αναπαυθεί; 
Έως πότε δεν θα με αφήνεις να πεθάνω και δεν θα με απορρίπτεις, 
μέχρι να καταπιώ το σάλιο μου με οδύνη; 
Αν εγώ αμάρτησα, πες μου τι θα μπορέσω να κάνω 
εσύ που γνωρίζεις καλά το νου των ανθρώπων; 
 Γιατί με τοποθέτησες ως κατήγορός σου και έγινα φορτίο για σένα; (Ιώβ 7, 15-20)

14-09-2025

Ο Σταυρός στις Σχέσεις 

Η ευθύνη μας έναντι όσων βρίσκονται δίπλα μας δημιουργεί έναν ιδιαίτερα βαρύ και οδυνηρό σταυρό, λόγω του εύθραυστου της ζωής τους, η οποία είναι εκτεθειμένη σε ένα πλήθος ασθενειών και δυσκολιών, που προκύπτουν από τις συνθήκες αυτού του κόσμου στην παρούσα κατάστασή του. Οι γονείς υποφέρουν έντονα και πολύ συχνά, εξαιτίας των ασθενειών και των δυσκολιών των παιδιών τους∙ φοβούνται για τη ζωή τους, την αποτυχία τους, τα όσα υποφέρουν. Επομένως, η ζωή των γονέων γίνεται μια ζωή συνεχούς ανησυχίας, και ο σταυρός των παιδιών είναι δικός τους σταυρός. Ο δικός μας σταυρός γίνεται βαρύτερος με το βάρος του σταυρού εκείνων με τους οποίους ερχόμαστε σε επαφή, γιατί μοιραζόμαστε την ευθύνη για τη ζωή των παιδιών μας, των συγγενών μας, των φίλων μας και ακόμα όλων των ανθρώπων με τους οποίους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συνδεόμαστε. Φέρουμε ευθύνη για όλα όσα μπορούν να απειλήσουν τη ζωή εκείνων, τους οποίους φροντίζουμε έχοντας την υποχρέωση, όσο μπορούμε, να τους απαλύνουμε τις δυσκολίες τους και να βοηθήσουμε τις ζωές τους. Έτσι, μπορούμε να φανερώσουμε και να ενισχύσουμε την αγάπη μας γι’ αυτούς και τη δική τους για εμάς, να καλλιεργήσουμε τους σπόρους μιας μελλοντικής ζωής για να ευδοκιμήσουν, ενισχύοντας τη δική μας και τη δική τους πνευματική ύπαρξη. Στην ευθύνη μας αυτή έναντι του πλησίον μας βιώνουμε πιο έντονα την ευθύνη μας έναντι του Θεού. Ο Χριστός, που σπλαχνίστηκε όσους υπέφεραν και έκλαψε για τους νεκρούς, έδειξε αυτή τη σημασία του σταυρού Του. 

Μια δεύτερη έννοια του σταυρού στις σχέσεις είναι η εξής: ο πεσμένος κόσμος συχνά βιώνεται και γίνεται αισθητός ως ένας σταυρός μέχρι θανάτου, μέσα από το γεγονός ότι οι άνθρωποι, μερικές φορές, δρουν απέναντί μας με τρόπο εχθρικό, αν και δεν τους έχουμε βλάψει. Μας υποπτεύονται για κακές προθέσεις εναντίον τους. Μας θεωρούν εμπόδια στο μονοπάτι της ζωής τους. Συχνά γίνονται εχθροί μας, εξαιτίας των υψηλών και ευγενών πεποιθήσεων, στις οποίες μένουμε πιστοί. Η ταύτισή μας με τις πεποιθήσεις αυτές φέρνει στο φως τα πονηρά τους σχέδια και τις κακές τους προθέσεις, ακόμα και αν δεν έχουμε αυτή την πρόθεση. Αυτό συμβαίνει, πολύ περισσότερο, γιατί με τις πεποιθήσεις που διατηρούμε και που δεν μπορούμε να αποκηρύξουμε, δείχνουμε την ευθύνη μας απέναντί τους, καθώς επιδιώκουμε τη διασφάλιση της φυσικής και υλικής ζωής τους και την αληθινή ανάπτυξη της πνευματικής τους ύπαρξης. Αυτή είναι μια ευθύνη, που αποκαλύπτουμε με τα λόγια μας, τα γραπτά μας και τις ενέργειές μας, οι οποίες γίνονται κατά κάποιον τρόπο παραινέσεις γι’ αυτούς. 

Επίσης, νιώθουμε ως βαρύ σταυρό τις εσφαλμένες επιλογές των παιδιών μας, των αδελφών μας και πολλών από τους συνανθρώπους και τους συγχρόνους μας. Φέρουμε ως σταυρό την έλλειψη κατανόησής τους για τις καλές μας προθέσεις και τα αγαθά έργα μας. Σχεδόν η κάθε προσπάθειά μας να μεταδώσουμε την καλοσύνη συνοδεύεται από μαρτύριο και από ένα σταυρό, τον οποίο σηκώνουμε, λόγω της έλλειψης κατανόησης των άλλων. Η ευχή να αποφύγουμε το μαρτύριο αυτό -αυτόν τον σταυρό- θα μπορούσε να σημαίνει γενικά την αποκήρυξη του αγώνα και της προσπάθειας να κάνουμε το καλό. Έτσι, χωρίς το σταυρό, δεν μπορεί να υπάρχει ούτε αληθινή ανάπτυξη ούτε αληθινή ενδυνάμωση της πνευματικής ζωής. Η αποφυγή του σταυρού σημαίνει την αποφυγή ενώπιον του Θεού της ευθύνης μας έναντι των αδελφών και των συνανθρώπων μας. μόνο με το σταυρό μπορούμε να παραμείνουμε παραδομένοι στον Θεό και σε αληθινή αγάπη με τους συνανθρώπους μας. Δεν μπορούμε να εξαγνίσουμε ή να αναπτύξουμε τη δική μας πνευματική ζωή ή αυτή των άλλων ή του κόσμου γενικά, ενώ ζητούμε να αποφύγουμε το σταυρό. Επομένως, δεν ανακαλύπτουμε το βάθος και το μεγαλείο των ικανοτήτων και δυνάμεων αυτού του κόσμου ως δώρο του Θεού, αν προσπαθήσουμε να ζήσουμε χωρίς το σταυρό. Ο δρόμος του σταυρού είναι ο μόνος δρόμος που μας οδηγεί προς τα άνω, ο μόνος δρόμος που υψώνει την κτίση στα πραγματικά ύψη, για τα οποία έχει δημιουργηθεί. Αυτή είναι η αξία, την οποία κατανοούμε στο σταυρό του Χριστού.

08-09-2025
Το Γενέσιο της Θεοτόκου
Η Παναγία και η γυναίκα. 

Θεωρούμε χρέος της Εκκλησίας μας, στην αποψινή δέησή μας να παρακαλέσουμε την Παναγία μας για τη γυναίκα ή για τις γυναίκες, τις ταυτισμένες με το μυστήριο της ζωής και της δημιουργίας, όταν μάλιστα πρώτες εκείνες διακινδύνευσαν στην προσωπική τους σχέση με τον Κύριο, και πληγωμένες από την αγάπη Του, αφοσιώθηκαν στη διακονία της Εκκλησίας Του. Και σήμερα, όπως πάντοτε, η Εκκλησία, παρά τον ανδροκρατούμενο χαρακτήρα του πολιτισμού μας, θα ήταν πτωχότερη στην ιστορία, περισσότερο αδιάφορη στην πρόκληση της ανθρώπινης οδύνης, χωρίς την παρουσία και την προσφορά των ευλογημένων γυναικών. Τολμούμε να ισχυριστούμε ότι κυρίως οι γυναίκες, και κάποτε μόνον αυτές, σηκώνουν τον σταυρό της πνευματικής ζωής και της ποιμαντικής μέριμνας της Εκκλησίας. Είναι τιμή να το ομολογήσουν οι Ποιμένες μας, αυτοί που έχουν άμεση γνώση αυτής της πραγματικότητας. 

Οφείλουμε λοιπόν πολύ σεβασμό στις γυναίκες και αισθανόμαστε την ανάγκη να ζητήσουμε συγνώμη απ’ αυτές, αν κατά καιρούς, αγνοώντας το Ευαγγέλιό μας, τις υποβιβάσαμε ή τις υποτιμήσαμε, τις θεωρήσαμε ή τις κρίναμε με κριτήρια, που απουσιάζουν από την ορθόδοξη ανθρωπολογία και την ορθόδοξη ηθική. Ξεχνούμε ότι το πιο επαναστατικό στα γυναικεία πράγματα είναι η Παναγία, αφού η αγιότητα είναι η μεγαλύτερη επανάσταση και οι Άγιοι οι μεγαλύτεροι επαναστάτες. Η συνάντησή Της εν ελευθερία, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος στη διακονία του μυστηρίου της σωτηρίας του κόσμου, την ανεβάζει, και μαζί της ανεβάζει και κάθε γυναίκα και όλο το ανθρώπινο γένος, πιο πάνω από τους Αγγέλους και πιο ψηλά από τους Ουρανούς. Τι μπορεί στο εξής να περιμένει η γυναίκα, όταν η Οικονομία του Θεού, έκαμε τη γυναίκα Θεοτόκο; 

Η ομορφιά της Παναγίας και της κάθε γυναίκας που αγαπά την Παναγία, γιατί αναζητά την προπτωτική ομορφιά του ανθρώπου, βρίσκεται στη σταύρωση της εγωπάθειας και της αυταρέσκειας, στην ελευθερία και την ταπείνωση της διακονίας και της θυσίας. Όποιος πραγματικά αγαπά δεν κρατά τίποτε για τον εαυτό του. Ασχημίζει, δεν έχει κάλλος, αλλά ομορφαίνουν, χαίρονται οι άλλοι. Με άλλα λόγια, υπάρχει η ομορφιά του Σταυρού, του Σταυρού που είναι η ωραιότητα της Εκκλησίας. Υπάρχει δηλαδή η ομορφιά της σταυρούμενης αγάπης ή της αλήθειας που αληθεύει στην αγάπη, στην ταπείνωση ή την ταπεινή αγάπη και είναι αυτή «η ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο». 

Παρακαλούμε την Θεοτόκο να στηρίζει όλες τις γυναίκες, κι εκείνες που δεν προσκυνούν πια την Εικόνα Της κι εκείνες, που παρά τους πειρασμούς και τις προκλήσεις, βρίσκουν στο πρόσωπό Της τη γυναικεία καταξίωσή τους, που δεν είναι παρά η ελεύθερη απόφασή τους, το γένοιτό τους, να ταπεινώνονται και να συνεργάζονται στο παρατεινόμενο μυστήριο της δημιουργίας και της σωτηρίας του κόσμου. Η αληθινή γυναίκα είναι η Θεοτόκος-κάθε άνθρωπος έχει κληθεί να γίνει Θεοτόκος-, στην οποία ταυτίζεται η αγιότητα και η ζωή, η παρθενία και η θυσία. Η γυναίκα οφείλει να πάψει να φλυαρεί και να πολυπραγμονεί, να κρίνει και να απορρίπτει, κατέχουσα τη ζωή και πληρωμένη από αγάπη∙ τετρωμένη την καρδιά της από τη ρομφαία της αγάπης προς το Θεό και τον άνθρωπο. Εσείς οι γυναίκες δεηθείτε στη Θεοτόκο γι’ αυτή την αγάπη και χαρείτε μαζί με όλη την κτίση και τον Όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, γιατί «ενώ παλαιότερα διά της προμήτορος Εύας ο θάνατος, αφού μπήκε στον κόσμο επεκράτησε, τώρα με την ευλογημένη κόρη της, έχει αποκρουστεί, νικώμενος σ’ αυτό το σημείο απ’ όπου δέχτηκε τη δύναμή του…Ας ευφρανθεί η Εύα γιατί δεν είναι καταραμένη, αφού έφερε την ευλογημένη Μαρία…»

31-08-2025

Μία καινούργια πρόκληση και πρόσκληση μας απευθύνεται με την έναρξη της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς. Ευθύνης και συνέπειας για δημιουργικές δράσεις. Χαράς και ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο με περισσότερο ανθρωπισμό, που σημαίνει πληρότητα αγάπης με το Θεό και τον πλησίον. Καλή χρονιά.