04-10-2026
Κυριακή Β΄Λουκά
Αγίου Μαξίμου «περί αγάπης»
«Και ει μή του πράγματος εκείνου καταφρονεί, του πάθους εκείνου ελευθερουσθαι ου δύναται».
Εάν ο άνθρωπος δεν καταφρονήσει εκείνο προς το οποίο τείνει, την γνώμη του, την επιθυμία του, θα μείνει αιώνιος σκλάβος του πάθος του, δεμένος με χίλιες αλυσίδες.
Τι σημαίνει εκείνου καταφρονεί; «Καταφρονώ» σημαίνει φρονώ κατά τινος, δεν φρονώ καθ’ ον τρόπον φρονούσα προηγουμένως, αλλάζω νου. Ενώ προηγουμένως στεκόμουν σε μία σταθερή θέση, τώρα τροποποιώ το νου μου και, κατά κάποιον τρόπο, παραφρονώ. Δηλαδή αυτό που ο κοσμικός το θεωρεί σωστό, εγώ το βλέπω ως στραβό· αυτό που το βλέπει ως στραβό, εγώ το βλέπω φρόνιμο. Ζω ένα είδος παραφρονήσεως εν σχέση προς το παρελθόν μου, που εκφράζεται με την διαφορετική αντιμετώπιση της ζωής μου.
Το «καταφρονώ» λοιπόν έχει την έννοια ότι βγαίνω από τον τρόπο του συνήθως σκέπτεσθαι· αλλιώς πρέπει τώρα να μάθω να σκέφτομαι, να γίνω μωρός ως προς την ζωή μου, χάριν του Χριστού. Και πράγματι, όποιος κάτω από κάθε θέλημα του και κάρφωμα του νου του ψάχνει να βρει το βαθύτερο αίτιο, κάνει ακριβώς το αντίθετο από ό,τι κάνουν οι κοσμικοί άνθρωποι, είναι μωρός.
Εννοείται ότι, όταν ο Άγιος Μάξιμος λέει ότι πρέπει να φερώμεθα καταφρονητικά σε κάθε πράγμα στο οποίο στρέφεται ο νους μας, δεν εισάγει έναν αγχώδη τρόπο ζωής, μία αγωνία ή μία περιπέτεια ή έναν ψυλλιασμό– να ψυλλιάζομαι, να φοβάμαι ότι παντού υπάρχει πάθος –, αλλά εισάγει μία ελευθέρα ενέργεια και μία άνεση της ψυχής, η οποία, επειδή ακριβώς στρέφεται καθ’ εαυτήν, δύναται να ανακαλύπτει το πάθος ευχερέστερα, αρκεί να αποβάλλει το νου των ανθρώπων του κόσμου, να σκέφτεται με άλλη φρόνηση.
Επανέρχεται ο νους σου σε κάτι; Πρέπει για εκείνο το κάτι να αλλάξεις μυαλά. Εάν δεν αλλάξεις μυαλά, εάν δεν μάθεις να αισθάνεσαι διαφορετικά, εάν δεν πέσεις εναντίον εκείνου του πράγματος, δεν πρόκειται να ελευθερωθείς από το πάθος σου. Πρέπει να χτυπήσεις με πάθος θεϊκό, με μίσος αυτό που νομίζεις, αυτό που πιστεύεις, αυτό που αγαπάς, και τότε θα βγάλεις το πάθος σου θεία δυνάμει, θεία χάριτι, και θα βάλεις τα θεμέλια, για να μπορέσεις κάποτε να αγαπήσεις τον Θεό.
Ας πούμε ένα απλό παράδειγμα. Αναρωτιέσαι: γιατί το είπε αυτό; Εγωισμό που τον έχει! Υποκρισία που την έχει! Αμέσως μία αντίθεση με τον άλλον. Για να λέγω ότι ο άλλος έχει εγωισμό ή υποκρισία ή κάποια πονηρή σκέψη, σημαίνει ότι εγώ σκέφτομαι διαφορετικά από ό,τι σκέφτεται εκείνος, φρονώ διαφορετικά, δεν συμφωνώ με αυτό που κάνει. Θα πρέπει να καταφρονήσω αυτή τη στάση μου, να αλλάξω μυαλό και να συνταυτίσω με εκείνον την σκέψη μου, θα πρέπει να μάθω να συζευγνύομαι και να συζώ με εκείνον, να μάθω ως προς την συμπόρευση μας να νοιώθω και να πιστεύω όπως εκείνος. Αλλιώς δεν πρόκειται να ελευθερωθώ από το πάθος.
Ποιο είναι το πάθος; Είναι άνετο να βρίσκει κανένας από ποιο πάθος πάσχει, αν το πάθος είναι επιθυμία, λύπη, οργή, μνησικακία, θυμός ή οτιδήποτε άλλο. Βλέπω κάποιον και μου μπαίνει λογισμός πονηρός. Για να μου πει αυτός ο λογισμός, σημαίνει ότι κάτι εγώ το τοποθετώ διαφορετικά από ότι εκείνος. Πηγαίνω, συζητάω μαζί του και συμφωνώ ότι έχει δίκιο. Μια άλλη φορά, σε μία παρόμοια περίπτωση, εάν θα μου πει πάλι ο ίδιος ο λογισμός, σημαίνει ότι ουδέν εποιήσαμεν. Χίλιες και εξηγήσεις, χίλιες εξομολογήσεις ενώπιον του ανθρώπου ή του πνευματικού, της εικόνος του Θεού, χίλια δάκρυα, άπειρες μετάνοιες, δεν κάνουν τίποτε. Θα πρέπει να αλλάξω μυαλό, να σκέφτομαι ως προς αυτόν καθ’ όμοιον τρόπο, να μπορώ να συμπεριπατήσω μαζί του. Πρέπει να έρθω σε πληρότητα σχέσεως, σε αγαπητική διάθεση μαζί του, να μου φύγει πέρα για πέρα και για πάντα ο λογισμός. Αλλιώς παραμένω ένας εμπαθής άνθρωπος, έστω κι αν εγώ ορθώς κατενόησα ότι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι εντάξει. Μόνο εάν τον αγαπήσω, τότε αρχίζω να απαλλοτριούμαι από την κακή αγάπη μου, από το πράγμα αυτό για το οποίο διαφορετικά φρονούσα, και τότε μπορώ να απαλλαχθώ από το πάθος. Χρειάζεται λοιπόν να καταφρονήσω, να φρονήσω εναντίον αυτού που είχα, και να φρονήσω σύμφωνα με εκείνο που φρονεί ο άλλος.
Μα, θα μου πείτε, εάν ο άλλος δεν φρονεί ορθώς; Μπορώ εγώ να έχω την δική μου γνώμη, αλλά στις σχέσεις μου μαζί του θα συμπορεύομαι με τον τρόπο που σκέφτεται εκείνος· στις σχέσεις μου θα έλκομαι από την δική του γνώμη, αυτή μόνον θα έχει μέσα μου ένταση. Άλλο το τι θα φρονώ στην προσωπική μου ζωή, και άλλο στην συμπόρευση μου με τον άλλον. Όταν εγώ είμαι μόνος μου και κάτι αφορά τον εαυτό μου, θα κάνω αυτό που πιστεύω. Όταν όμως είμαι μαζί του, θα γίνεται εκείνο που θέλει εκείνος, εκτός από την αμαρτία. Δεν υπάρχει καμία μεσάζουσα λύση. Κάθε προσπάθεια συμβιβασμού, εξηγήσεως, πειθούς του άλλου, είναι στήσιμο του εαυτού μου – σαν ζώο, που στήνει στα πισίνα του πόδια και δεν θέλει να υποχωρήσει – και σημαίνει αιώνιο χωρισμό μου από τον άνθρωπο και από τον Θεό. Άλλο το να ρυθμίσω εγώ την προσωπική μου εσωτερική πορεία, και άλλο τις σχέσεις μου με τον άνθρωπο.
Μπορώ να χωρίσω τις σχέσεις μου και την συνεργασία μου μαζί του· θα το κάνω όμως νομίμως, με αγάπη προς τον άλλον, με απόλυτο σεβασμό, ως να είναι Θεός, ως εικόνα του Θεού, κατά τρόπον που θα με κάνει να τον προσκυνώ, να πιστεύω ότι αυτός είναι άγιος και εγώ είμαι αμαρτωλός. Τότε έχω το δικαίωμα να ακολουθήσω την πορεία μου ανεξάρτητα από εκείνον, μη διαλύοντας όμως τον εσωτερικό δεσμό μαζί του. Εάν κάτι θα κινείται εναντίον του, κάτι θα τον κατηγορεί, αυτός ο χωρισμός δεν είναι εκ του Θεού. Καλύτερα να ακολουθήσεις το στραβό και να πας μαζί του στην κόλαση, παρά να πας στον παράδεισο μόνος σου, διότι θα βρεθείς ενώπιον της κεκλεισμένης θύρας του παραδείσου. Πηγαίνοντας μαζί του, σημαίνει ότι αρνείσαι τον εαυτό σου, ότι πορεύεσαι κατά τρόπο θεοπρεπή, όπως αρμόζει στον Θεό. Τι αρμόζει στον Θεό; η άρνηση του εγώ μου, το κένωμα από του εαυτού μου, και η πλήρωση μου υπό του Θεού.
Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει να ανακαλύψουμε τα πάθη μας. Αλλά κατά κανόνα τα πάθη κρύβονται, δεν τα καταλαβαίνουμε. Γι’ αυτό μας τα λέγει ο Άγιος Μάξιμος, για να εμβατεύουμε μέσα μας, να καβαλικεύουμε τον εαυτό μας και να βλέπουμε τα βάθη, τα μύχια μας, το τι μας συμβαίνει, και να μπορούμε να εξηγούμε όσα μας συμβαίνουν. Παραδείγματος χάριν, αποφασίζουμε να ξεχερσώσουμε εκείνον τον αμπελώνα, κι εσύ μέσα σου διαφωνείς. Μα, λες, δεν είναι σωστό αυτό, θα μας βάλει σε έξοδα, και μετά θα τρώμε λιγότερο, δεν θα έχουμε να ντυθούμε. Εσύ νομίζεις ότι υπεραμύνεσαι του δικαίου, του συμφέροντος της μονής, νομίζεις ότι αγαπάς, ότι έχεις δίκαιο. Αλλά ο άγιος λέγει, όταν ο νου σου στρέφεται και ξαναστρέφεται κάπου, εν προκειμένω στον αμπελώνα, σημαίνει πως δεν υπάρχει μέσα σου ούτε δίκαιο, ούτε αληθές, ούτε αγάπη, αλλά πάθος.
Ο Θεός δεν μπορεί να συνυπάρξει με κάτι άλλο, είναι ζηλωτής, ζηλιάρης. Αλλά και το κάτι άλλο δεν ανέχεται τον Θεό, διότι έχει απόλυτη σχέση με τον εαυτό μας. Εγώ και ο Θεός δεν χωράμε μαζί μέσα μας. Αν δύο καρπούζια δε χωράνε σε μία μασχάλη, πολλώ μάλλον δύο θεοί δεν χωράνε σε ένα μυαλό ή σε μία καρδιά.
Όταν καταλάβω ότι κάποιο αίτιο δημιουργεί το αιτιατό και ότι η προσήλωση του νου μου κάπου είναι το αιτιατό, το αποτέλεσμα κάποιου αιτίου, και αυτό το αίτιο είναι το πάθος, τότε αμέσως το ανακαλύπτω. Παραδείγματος χάριν, εάν ακούσεις κάποια φωνή, θα πεις ότι είναι τζιτζίκια ή ζουζούνια ή πουλάκια. Εμείς λέμε όχι, δεν είναι τίποτε. Μα πρέπει να υπάρχει κάποια πηγή, από την οποία βγαίνει αυτή η ηχώ. Όχι, λέμε, δεν υπάρχει τίποτε, το μηδέν γεννάει αυτή την φωνή. Έτσι κάνουμε· αρνούμεθα πεισματικά ότι υπάρχει πάθος.
Άρα το πρόβλημα δεν είναι ότι είναι δύσκολο να βρούμε τα πάθη μας, αλλά ότι δεν θέλουμε να τα βρούμε, διότι νιώθουμε σαν να πέφτουμε, σαν να χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια μας. Γι’ αυτό στηριζόμαστε, αγκαλιάζουμε τον εαυτό μας, τον σφίγγουμε, για να μην τον χάσουμε. Και όταν τον σφίξεις, βλέπεις ότι δεν χωράει κάτι άλλο. Τότε αναρωτιόμαστε: που είναι ο Θεός; Με το σφίξιμο των στραγγαλίσουμε, τον πεθάναμε. Μα, πεθαίνει ο Θεός; Πεθαίνει για μας, για τον καθένα μας πεθαίνει ο Θεός. Τον στραγγαλίσαμε τον Θεό μέσα μας. Ανασταίνεται πάλι; Ναι, όταν αλλάξεις μυαλά. Τότε ζωογονείται ο Θεός, ανασταίνεται μέσα σου, κι εσύ γιορτάζεις την ανάσταση του Χριστού, ξανά βαφτίζεσαι, ξαναγεννιέσαι και του παρέχεις το δικαίωμα να σου πάρει τα πάθη και να σε οδηγήσει στην απάθεια.
Βέβαια, το ότι είναι εύκολο να βρούμε τα πάθη μας, δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να έρθουμε αντιμέτωποι με αυτά. Ο Άγιος Μάξιμος δεν λέγει ότι πρέπει να έρθεις αντιμέτωπος με τα πάθη, αυτό δεν μπορείς να το κάνεις εσύ· την απάθεια θα σου τη δώσει η Χάρις του Θεού, η εγκατάλειψη σου στο Άγιο Πνεύμα. Σε διαφωτίζει όμως να καταλάβεις ότι κάτω από τον χόρτον κρύπτεται ο όφις, και τον όφιν θα τον βγάλει ο Θεός.
Εσύ τι θα κάνεις; Μπορείς να αλλάξεις τα δικά σου μυαλά, να διατεθείς διαφορετικά. Διατίθεμαι διαφορετικά σημαίνει, φρονώ διαφορετικά, αλλά ζω νουν, τουτέστιν μετανοώ. Είδα την πλάνη της μιας μου γνώμης και τώρα ακολουθώ άλλη γνώμη, κάνω ακριβώς το αντίθετο. Έτσι, η άρνηση του εαυτού μας, του είναι μας, δηλαδή του θελήματος μας, της γνώμης μας κυρίως– αυτό σημαίνει θυμός – είναι μία προϋπόθεση, για να επίβλεψη με ίλεων όμμα ο Θεός επάνω μας και κάποτε να μας καταστήσει απαθείς.
Όταν όντως μισήσουμε τον εαυτό μας και συνδεθούμε με τους άλλους και τους αγαπήσουμε, τότε ο Θεός θα μας χαρίσει την απάθεια. Αλλά κατά κανόνα αγαπάμε τον εαυτό μας, τον υποστηρίζουμε και αρνούμεθα να βλέπουμε την αλήθεια. Αρνούμεθα την εμπάθεια μας, την καλύπτουμε, υποστηρίζοντας τον εαυτό μας. Εάν κάνουμε ακριβώς το αντίθετο, τότε μπορούμε να προχωρήσουμε.
Επομένως, είναι εύκολο να γνωρίσεις το πάθος σου. Παρατήρησε που πάει ο νους σου. Το πάθος σου θα είναι ή ο Χριστός ή κάτι άλλο. Δεν μπορεί ο νους του ανθρώπου να είναι μετέωρος· πρέπει από κάπου να πιάνεται, κάπου να ριζώνει, κάπου να αγκιστρώνεται, και με κάτι να γεμίζει: ή με τον Θεό ή με κάτι άλλο.
Ο Άγιος Μάξιμος δεν κάνει ψυχολογία, κάνει πνευματική βαθοσκόπηση του είναι μας, ξεγυμνώνει την ψυχή μας. Μας ξεγυμνώνει, για να ξέρουμε τις ασχήμιες μας. Εάν θέλουμε, διορθωνόμαστε, εάν όμως δεν θέλουμε να καταφρονήσουμε, να αλλάξουμε μυαλά, δεν βγάζουμε τίποτα· θα μείνουμε αιωνίως εμπαθείς, τουτέστιν αιωνίως μοιχεύοντες, μάλλον μοιχευόμενοι. Θα μείνουμε αιωνίως χωρισμένοι από τον Θεό, έχοντας υψώσει τα είδωλα στη θέση του Κυρίου Σαβαώθ.
27-09-2026
Κυριακή Α´Λουκά
«Ὁ νοῦς πράγματι χρονίζων αἰσθητῷ, πάντως πάθος ἔχει πρός αὐτό· οἷον ἐπιθυμίας ἤ λύπης ἤ ὀργής ή μνησικακίας. Καὶ εἰ μὴ τοῦ πράγματος ἐκείνου καταφρονεῖ, τοῦ πάθους ἐκείνου ἐλευθεροῦσθαι οὐ δύναται».
Το κεφάλαιο αυτό είναι ένας καθρέφτης για να δούμε το βάθος της ψυχής μας. Όταν ο νους ξεφεύγει και πηγαίνει κάπου, αυτό δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, δεν είναι κάποιος συλλογισμός, η κάποια έκπτωση του νου, η κάτι που μου συνέβη την παρούσα στιγμή, αλλά αποκαλύπτει ότι υπάρχει μέσα μου ένα πάθος βαθύτατα ριζωμένο, το οποίο πρέπει να ανακαλύψω.
Προσεύχομαι, επί παραδείγματι, και ο νους μου πηγαίνει κάπου. Μπορεί να αγωνιστώ και να επιστρέψει ο νους μου στα νοήματα τα οποία έλεγα προς τον Θεό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και νίκησα οριστικά. Αυτό είναι μία στιγμιαία ενέργεια, μία αντίδραση εκείνης της στιγμής. Το βέβαιο και το ουσιαστικό είναι ότι, για να πάει κάπου ο νους μου -όταν μάλιστα αυτός χρονίζει, όταν σχολάζει κάπου ή επανέρχεται συνεχώς-, υπάρχει κάποιο πάθος που πρέπει να το βρω. Μη ευρίσκοντάς το, ο λογισμός ή η έννοια θα επανέρχεται συνεχώς σε εκείνο το σημείο. Έρχεσαι και με ρωτάς: Γιατί, Γέροντα, γίνεται αυτό στο Μοναστήρι μας, ενώ οι Πατέρες λένε ακριβώς το αντίθετο; Σου το εξηγώ και μου λες, ναι έχετε δίκαιο. Ύστερα από ένα μήνα, επανέρχεσαι στο ίδιο ερώτημα· σου το ξανά εξηγώ, το καταλαβαίνεις· συγχώρεσέ με, λες, από εγωισμό το έκανα.
Μόλις ξανά δημιουργηθεί κάποια επιθυμία, δηλαδή κάποιος λόγος, κάποιο αίτιο, όταν πάλι κάτι μας αγγίξει ή μας θίξει, όταν κάπου μας πληγώσουν ή όταν κάτι δεν γίνει από εκείνα που θέλουμε, επανερχόμεθα πάλι σε εκείνο που δεκαπέντε, είκοσι φορές, πιθανόν επί είκοσι χρόνια έχουμε συζητήσει. Αυτό σημαίνει ότι κάποιο πάθος υπάρχει.
Δημιουργείται σε κάποιον μία αντίθετη αντίληψη από εκείνη που κυριαρχεί στο μοναστήρι, από εκείνο που λέει ο Γέροντας, κι εσύ ρωτάς: «τι θέλει από εμένα ο Θεός στη συγκεκριμένη περίπτωση;». Διασαφηνίζεται το θέμα, το καταλαβαίνεις. Μετά από πολύ καιρό, πάλι διερωτάσαι: «Άραγε τι θέλει από εμένα ο Θεός; Αφού αυτό είναι παράλογο, θα κάνω και σε αυτό υπακοή, ή με έχει στείλει εδώ ο Θεός, για να πω την αλήθεια;». Επανέρχεσαι σε εκείνο το παλαιό. Η επαναφορά σου δεν έχει καμία σχέση με την αλήθεια, ή με την αγάπη προς το μοναστήρι, ή με την ταπείνωση. Έχει σχέση μόνο με το συγκεκριμένο πάθος, και το πάθος μπορεί να είναι μία γνώμη η μία επιθυμία ή ένας εγωισμός, αναλόγως τι είναι αυτό στο οποίο επανέρχεσαι.
Όταν βλέπεις ότι ο νους σου επανέρχεται σε κάτι αισθητό, σε κάτι που σου μιλάει, που έχει σχέση με σένα, που έχει δύναμη για σένα, που είναι ζωηρό και σε απασχολεί, τότε να είσαι βέβαιος ότι κρύπτεις μέσα σου ένα πάθος. Και αναφέρει μερικά: οίον επιθυμίας ή λύπης ή οργής ή μνησικακίας.
Οίον επιθυμίας. Πότε η επιθυμία είναι πάθος η γίνεται πάθος; Όταν είναι κακή; Όχι· η κάθε επιθυμία είναι πάθος, διότι, εφόσον υπάρχει μέσα μας, δεν υπάρχει προσευχή απερίσπαστος. Άρα δεν υπάρχει αγάπη προς τον Θεό αλλά μοιχεία, η οποία διαπράττεται με αυτό το οποίο επιθυμούμε. «Επιθυμώ» σημαίνει, στρέφω τον θυμό μου, την αίσθηση μου, την αισθαντικότητα μου προς κάτι. Αυτό το κάτι έχει για μένα μία δύναμη, μία ζωηρότητα μέσα μου, έχει μεγάλη σχέση με τη γνώμη μου, με ό,τι συγκινεί το βάθος της ψυχής μου, με αυτό που με κάνει να συνδέομαι τόσο βαθιά μαζί του, ώστε να γίνομαι ένα. Αυτό το βαθύτερο, η γνώμη, αποτελεί το κατεξοχήν εγώ του ανθρώπου.
Επιθυμία λοιπόν είναι κάτι με το οποίο συνδέω ζωηρότατα τον εαυτό μου, τρόπον τινά τον νυμφεύω, ώστε να μην μπορώ να κάνω χωρίς αυτό. Η επιθυμία μπορεί να είναι οποιαδήποτε, αγαθή η κακή.
Ή λύπης. Λύπη σημαίνει αυτό που συνήθως το ονομάζουμε αθυμία, πίκρα, μου πίκρανες την καρδιά, λέμε· αλλά ποιο είναι το ουσιαστικό νόημα της; Το ουσιαστικό «αθυμία», προερχόμενο από το στερητικό «α» και το ουσιαστικό «θυμός», σημαίνει, δεν ικανοποιείται η γνώμη μου, κάτι δεν μου δημιουργεί ζωηρή αίσθηση, δεν με ικανοποιεί. Επομένως έχω λύπη, όταν δεν γίνεται αυτό που νομίζω ή που πιστεύω, όταν δεν ζω όπως το θέλω εγώ, αλλά με υποχρεώνεις εσύ σε κάτι.
Επί παραδείγματι, μου λες, φύγε από το διακόνημά σου και πήγαινε σε εκείνο το άλλο. Αμέσως εγώ αθυμώ, λυπούμαι, διότι η αλλαγή του διακονήματός μου ήρθε σε σύγκρουση με τη γνώμη μου, με αυτό που εγώ νομίζω, με αυτό που εγώ κάνω για εκείνο το διακόνημα. Γιατί εσύ με βγάζεις; Ή, εγώ χαίρομαι και ζω και αισθάνομαι αυτό το διακόνημα. Εκείνο στο οποίο με βάζεις εσύ, δεν το αισθάνομαι, δεν το καταλαβαίνω, δεν το θέλω.
Η λύπη λοιπόν προέρχεται από το θίξιμό του εγώ μας. Δεν έχει σχέση στην ουσία με αυτό που μας κάνει ο άλλος, αλλά με αυτό που εγώ έχω μέσα μου, που νομίζω ή που το νιώθω, που το πιστεύω και το θέλω, κι εσύ δεν μου το κάνεις, μου το αρνείσαι ή το αναιρείς. Η λύπη είναι ένα κλείσιμο στον εαυτό μου, μία πλήρης, εγωπαθής, πεισματάρικη παραμονή στο είναι μου, μία πλήρης απομόνωση του εαυτού μου από τον άλλον. Η λύπη είναι εκ των θανασίμων αμαρτημάτων, διότι είναι απομόνωση στο εγώ μου και άρα απομόνωση από τον Θεό και από τον πλησίον. Αλλά ο πλησίον είναι μέλος του Χριστού, είναι ο Θεός για μένα. Κάθε λύπη είναι χωρισμός από τον Θεό, η δε εγχρονίζουσα λύπη είναι οριστικό χώρισμα από τον Θεό. Δεν υπάρχει για μένα Θεός, εφόσον είμαι διαρκώς λυπημένος.
Βλέπετε ότι η επιθυμία και η λύπη έχουν συναφή έννοια· η μεν επιθυμία σημαίνει ότι κάπου στρέφεται και κολλάει ο θυμός μου, το θυμικό μου, η γνώμη μου, η ψυχή μου· κάτι το νιώθει έτσι· η δε λύπη είναι η αναίρεση αυτού που νιώθω ή αυτού που πιστεύω ή αυτού που θέλω.
Ή οργής. Εγείρεται την προσοχή σας, για να δείτε τι σημαίνει οργή, να δείτε πως όλα ξεκινούν από το εγώ και όλα τα πάθη μας χωρίζουν από τον Θεό και από τους ανθρώπους. Οργή σημαίνει θυμός – αυτό αμέσως μας συνδέει με τα προηγούμενα –, σημαίνει αγανάκτηση, διάθεση εκδικήσεως. Το ουσιαστικό «οργή» προέρχεται από το ρήμα «ορέγομαι», που σημαίνει ότι τείνω κάτι· επί παραδείγματι, απλώνω το χέρι μου, τείνω τον εαυτό μου, τον τεντώνω και τον ρίχνω κάπου. Εδώ το «τείνω» έχει κυρίως την έννοια, εναντίον τινός ή επιθυμητικώς πρός τινα, για να τον κάνω δικό μου. Εναντίον τινός σημαίνει, κάνω το δικό μου, απομονώνω τον εαυτό μου από τον πλησίον και τον καθιστώ εχθρό μου. Πρός τινα σημαίνει, ρίπτω δυναμικά τον εαυτό μου επάνω στον άλλον, πέφτω επάνω του, το λυντσάρω, τον λιώνω· επίσης ρίχνω καίρια εναντίον του, τον σημαδεύω επιτυχημένα, τον χτυπάω, τον πληγώνω.
Άρα οργή είναι το πλήγωμα του άλλου, το σημάδεμα. Αυτός, λέμε, έχει μια οργή εναντίον εκείνου, σαν να τον έχει σημαδέψει και κοιτάζει τη στιγμή που θα του ρίξει το βέλος. Έχει μια οργή, έπεσε, νομίζεις, επάνω του ολόκληρος, έχει μια εμπάθεια προς κάποιον. Η ουσία είναι πάλι το ότι αντιτιθέμεθα προς τον άλλον, το ότι έχουμε μία φορά εναντίον του άλλου.
Το «ορέγομαι» λοιπόν έχει κυρίως την έννοια της στροφής κατά τινος, οπότε δείχνει ένα πάθος, μία επιθυμία, μία λαχτάρα προς κάτι· λαχταράω να σε εξοντώσω, η λαχταράω να σε κατακτήσω, να σε κάνω δικό μου.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε: η επιθυμία είναι η εσωτερική στροφή προς κάτι το οποίο νομίζω, πιστεύω. Η λύπη είναι η εσωτερική μου αντίθεση προς αυτό που μου επιβάλλουν και που αντιτίθεται προς το εγώ μου, η δε οργή είναι η εξωτερίκευση αυτής της λύπης, αυτής της αντιθέσεως, και το ρίψιμο μου επάνω στον άλλον.
Ή μνησικακίας. Η μνησικακία έχει εσωτερική έννοια· όχι απλώς ρίχνομαι επάνω σου, αλλά το κακό που νομίζω ότι μου έκανες το βάζω μέσα μου, το κλειδώνω και περιμένω την ώρα που θα μπορέσω οριστικά να σε εξοντώσω. Θυμάμαι το κακό και ευκαίρως ακαίρως σε χτυπάω. Μνησίκακος είναι αυτός που καθιστά μόνιμη την κατάσταση της αντιθέσεως του προς τον άλλον, που καθιστά παράμονο το πείσμα του να κάνει αυτό που νομίζει, ή αυτό που πιστεύει, ή αυτό που τον συγκινεί, αυτό που τον κάνει να νιώθει πληρότητα μέσα του.
Μνησικακία είναι οριστικός χωρισμός μου από τον άλλον. Γι’ αυτό, όποιος μνησικακεί, είναι αδύνατον να νιώθει αγάπη, ευτυχία, συμπάθεια· νομίζει πως δεν τον αγαπούν, πως τον παρακολουθούν, πως τα βάζουν μαζί του, πως σκέφτονται εναντίον του, ότι μιλάνε γι’ αυτόν: αυτό το είπε για μένα οπωσδήποτε, αυτό υπονοούσε εμένα, φαίνεται το έμαθε εκείνο. Ο μνησίκακος είναι ο άνθρωπος ο φυλακισμένος μέσα σε μύριους τοίχους. Όσους και να σπάσει, δεν θα μπορέσει να επικοινωνήσει με τον άλλον, παρά μόνον εάν επέλθει ο Θεός πλήρης ελέους και τους αποτινάξει.
Μέχρι εδώ λοιπόν το περιεχόμενο του κεφαλαίου είναι: όταν ο νους σου χρονίζει σε κάποιο αισθητό πράγμα, όταν επανέρχεται κάπου, οιανδήποτε στιγμή – πολλώ μάλλον εν τη προσευχή –, σημαίνει ότι έχεις πάθος, δηλαδή ροπή· μας ανέφερε ο Άγιος τα συνηθέστερα πάθη στα οποία ρέπει ο άνθρωπος, την επιθυμία, την λύπη, την οργή και την μνησικακία.
Σημείωση: Τα κείμενα που δημοσιεύονται είναι από συνάξεις του Γέροντος Αιμιλιανού προς τους μοναχούς του. Επειδή γνωρίζουμε ότι το Ευαγγέλιο είναι το ίδιο για μοναχούς και λαϊκούς, μπορούμε να κάνουμε τις αντίστοιχες αναγωγές στην δική μας πραγματικότητα. Παραδείγματος χάριν, όταν αναφέρεται στο Μοναστήρι, μπορούμε να σκεφτούμε την οικογένειά μας, την ενορία μας, την εργασία μας/το διακόνημά μας κλπ. Όταν λέει: ο Γέροντας μπορούμε να σκεφτούμε τον πνευματικό μας Πατέρα. Όταν λέει ο αδελφός μας, μπορούμε να εννοήσουμε τον/την σύζυγό μας, τον συνάδελφο, τον γείτονα, τα παιδιά μας, τον πλησίον. Η πνευματική ζωή είναι υπόθεση προσωπική του κάθε ανθρώπου στον αγώνα για την ένωσή του με τον Θεό.
20-09-2026
Κυριακή ΙΣΤ΄ Ματθαίου
Περί αγάπης
Όλα τα περί αγάπης κεφάλαια του Αγίου Μαξίμου είναι εμπνευσμένα από την καθημερινή ζωή του ανθρώπου και από τους μυστικούς γάμους του Θεού με την κάθε ψυχή, είναι καθαρώς γαμήλιες εκφράσεις. Η γνησιότης της αγάπης προς τον Θεό έχει σχέση με την εν τω γάμω νομιμότητα, μονιμότητα και πιστότητα. Ο γνησίως τον Θεόν αγαπών είναι αυτός, ο οποίος δεν εισάγει στη ζωή του διάζευξη με τον Θεόν, δηλαδή δεν εισάγει ένα τρίτο πρόσωπο, η κάτι άλλο, που παρεμβαίνει και αίρει την πιστότητα της συζυγίας μεταξύ της ψυχής του και του Θεού.
«Ο γνησίως τον Θεόν αγαπών, ούτος και απερισπάστως, πάντως προσεύχεται. Και ο απερισπάστως πάντως προσευχόμενος, ούτος και γνησίως τον Θεόν αγαπά. Ουκ εύχεται δε απερισπάστως ο τινί των επιγείων έχων τον νουν προσηλωμένον».
Ο Άγιος Μάξιμος, επειδή θεωρεί την αγάπη συνάφεια, ένωση με τον Θεόν, δεν μπορεί να εννοήσει ότι υπάρχει αγάπη σε άνθρωπο ο οποίος δεν προσεύχεται απερίσπαστος. Το εντελώς αναγκαίο συστατικό της πνευματικής ζωής είναι το απερίσπαστο του νου, διότι η ένωση με το Θεό γίνεται αρχικώς με το νου. Όταν κάποιος λέγει, «έχω λογισμούς στην προσευχή μου, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, ή είμαι ψυχρός, δεν καταλαβαίνω τίποτε», αυτό σημαίνει πως δεν αγαπά τον Θεό γνησίως και πως ουδέποτε τον αγάπησε.
Πολλές φορές λέμε ότι αγαπάμε τον Θεό, τραγουδάμε την αγάπη του, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε απερίσπαστα προσευχή. Ψέματα λέμε, δεν τον αγαπάμε, διότι η γνησία αγάπη στον Θεόν είναι γενεσιουργό αίτιο της απερίσπαστης προσευχής, και η απερίσπαστος προσευχή της γνήσιας αγάπης στον Θεόν.
Θέλεις να χρησιμοποιήσεις ένα πρακτικό κριτήριο, για να δεις αν αγαπάς τον Θεόν; Πρόσεξε εάν προσεύχεσαι απερίσπαστα, εάν δηλαδή ο νου σου, το νοερό, δεν διασπάται, δεν διαξιφίζεται ούτε από επιθυμίες, ούτε από λογισμούς, ούτε από πάθη, ούτε από κάποιο άλλο ξένο στοιχείο που δεν είναι νοερό ή άυλο. Ό,τι διαξιφίζει και διασπά τον νου, αυτό αποκαλύπτει ότι δεν αγαπάμε τον Θεό, διότι η αγάπη του Θεού είναι ένα περιτείχισμα, το οποίο μας περιβάλλει και δεν μπορεί τίποτε να εισέλθει στον νοερό κόσμο μας. Έχω ένα πριόνι και έχω και ένα κομμάτι ξύλο· το κόβω από εδώ, το σπάω όπου εκεί, πετιέται το ένα κομμάτι από εδώ, το άλλο από εκεί. Κάτι τέτοιο παθαίνει και ο νους μας, διαξιφίζεται από λογισμούς, από πάθη, τουτέστιν από κλίσεις της καρδιάς, από επιθυμίες και από οτιδήποτε άλλο.
Προσεύχεται ο νους σου απερίσπαστα; Μένει δηλαδή απλήγωτος, ανέγγιχτος, από κάθε λογισμό, φαντασία, πάθος, ενέργεια, διάθεση, σκέψη; Τότε να είσαι βέβαιος ότι αγαπάς τον Θεόν. Η απερίσπαστη προσευχή είναι ένας εύκολος τρόπος, για να διαπιστώσεις αν αγαπάς τον Θεόν, και ένα μέσο για να αγαπάς τον Θεόν.
Ο γνησίως τον Θεόν αγαπών, ούτος και απερισπάστως πάντως προσεύχεται. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, αν νομίζεις ότι αγαπάς τον Θεό, ενώ ο νου σου δεν είναι απερίσπαστος.
Τι σημαίνει ο γνησίως αγαπών τον Θεόν; Από ποιο ρήμα παράγεται το επίθετο «γνήσιος»; Από το ρήμα «γίγνομαι» που σημαίνει γεννώμαι φυσικώς, δηλαδή είμαι κατά φύσιν υιός, εκ πατρός και εκ συζύγου του πατρός μου, δεν είμαι νόθο τέκνο, υιός παλλακίδος. Επομένως, ο γνησίως τον Θεόν αγαπών είναι αυτός ο οποίος φυσικώς και αληθώς αγαπά τον Θεόν, και οτιδήποτε δημιουργεί, οτιδήποτε γεννά, προέρχεται από φυσικό γάμο.
Άρα ο λογισμός, ήτοι καθε επιθυμία, θέλημα η ανάμνηση που μου διαξιφίζει το νοερό, είναι νόθο τέκνο, δεν είναι από τον Θεόν, ούτε από το πνεύμα μου, το οποίο συγγίγνεται, ενούται με τον Πατέρα. Ο περισπασμός του νου είναι μοιχεία. Βάζω, θα λέγαμε, κάποια ξένη γυναίκα μέσα στο πνεύμα μου, και αυτή η γυναίκα καθίσταται αντίζηλος του Θεού, καθίσταται, ας το πω έτσι, ένα είδωλο, τουτέστιν το πρόσωπο με το οποίο εγώ γίνομαι μοιχός. Γι’ αυτό και την ειδωλολατρία ο Θεός και οι προφήτες την απεκάλουν μοιχεία. Επίσης, η Αγία Γραφή συνηθίζει να αποκαλεί είδωλα τους λογισμούς και τους λόγους, τουτέστιν τις γνώμες μας, τις ιδέες μας, τα ελατήρια μας. Αλλά και όταν βλέπουμε τους Ισραηλίτες να πέφτουν στην ειδωλολατρία, θύματα των λογισμών τους, των συλλογισμών τους, των αιτίων της σκέψεως τους, η Αγία Γραφή λέγει γι’ αυτούς, «εξεπόρνευσαν οι υιοί Ισραήλ».
Ας αναφέρουμε ένα απλό παράδειγμα. Προσεύχομαι και μέσα μου νιώθω κάποια ροπή, ένα πάθος, για να γίνει κάτι. Αυτό μαρτυρεί μία μοιχεία, η οποία έγινε στα βαθύτατα της υπάρξεως μου, λόγω κάποιου πάθους του θυμικού μου ή του επιθυμητικού, αναλόγως τι ήταν αυτό που δημιούργησε την ροπή, την επιθυμία.
Ο απερισπάστως προσευχόμενος λοιπόν δεν κάνει νόθους συζεύξεις μέσα του, φυσικώς συγγίγνεται τω Θεώ· ό,τι δημιουργεί, ό,τι γεννά, το γεννά φυσικώς και αληθώς εκ του Θεού. Άρα η φυσική στροφή του νου είναι μόνον η στροφή προς τον Θεόν, διότι αυτή είναι η φυσική ενέργεια και η λειτουργία του νου, το να ανεβαίνει προς τον Πατέρα. Ή φράση, ο γνησίως τον Θεόν αγαπών, έχει σχέση με το νοερό. Δηλαδή αγαπώ γνήσια τον Θεόν, όταν γνησίως το νοερό μου ανεβαίνει προς Αυτόν. Οποιοσδήποτε έχει διάσπαση στην προσευχή του, αυτός ήδη εμοίχευσεν εν τη καρδία του· γυναίκα του δε, είναι αυτό που μπήκε μέσα του και απομάκρυνε το νου του από τον Θεό , από το όμοιόν του, από το σύζυγόν του.
Και ο απερισπάστως πάντως προσευχόμενος, ούτος και γνησίως τον Θεόν αγαπά. Όποιος προσεύχεται απερίσπαστος, έχει συνάψει μυστικό γάμο με τον Θεό, μπορεί να πει το αλληλούια της Αποκαλύψεως, τον Γαμήλιο ύμνο προς τον Θεό, εκείνων οι οποίοι γνησίως τον αγάπησαν και γνησίως έχουν συζευχθεί μαζί Του.
Στην δεύτερη εκατοντάδα, από την αρχή ο Άγιος Μάξιμος κάνει ένα ξεκαθάρισμα γενναίο και αποφασιστικό. Δεν θέλει να μας κοροϊδεύει, δεν θέλει να εξαπατώμεθα, να ζούμε μία κενή, μία απατηλή, μία μάταιη ζωή. Δεν θέλει οι μέρες μας να είναι εντελώς άδειες από καρπό, από αγάπη. Γι’ αυτό, ευθύς από τον πρώτο στίχο του πρώτου κεφαλαίου συζευγνύει την αγάπη με την προσευχή, διότι η προσευχή μας ενώνει με τον Θεόν. Αλλά και η αγάπη, το αντίθετο της απομονώσεως, του εγωισμού και της μονότητος, είναι ένωσις, σύζευξις με άλλον ή με άλλους, η δε σύζευξις με τον Θεόν γίνεται διά της προσευχής.
Η προσευχή είναι το ξεπέρασμα του χρόνου και η είσοδος στο άχρονο και στην απειρότητα, στην τελειότητα και στην φαεινότητα του Θεού. Επομένως, είναι η συμπερίληψη μας με τον Θεόν, η περιχώρησή μας εν τω Θεώ, ο εξαφανισμός μας τρόπον τινά υπό του Θεού, το να γίνουμε ένα μαζί Του. Αυτό γίνεται με την προσευχή, αυτό είναι η προσευχή. Γι’ αυτό η αγάπη και η προσευχή έχουν τόση σχέση, ώστε το ένα να σημαίνει το άλλο.
Από το βιβλίο του Γέροντος Αιμιλιανού «περί Αγάπης», Ερμηνεία στον Άγιο Μάξιμο